Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Φανούριος μοναχός Καψαλιώτης (1898 - 1986)

Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ηλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας του είπε: «Παιδί μου Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία, να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευα­ρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή». Πήγε πρώτα στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προ­δρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη ρουμανική σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου. Επέστρεψε στη σκήτη του Τιμίου Προδρό­μου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.
Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου στην Καψά­λα. Τον άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελλί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε σε αυτό το αγιοτρόφο Κελλί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελλί είχε φαί­νεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο οι άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος: «Να μην αφήνεις τα μοναχικά σου καθήκοντα, εμείς θα φροντίσουμε το Κελλί».
Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Πολλά ημερόνυχτα προσευχόταν ακατάπαυστα. Άκρος νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τί­ποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες με μαξιλάρι μία πέτρα. Τις χει­μωνιάτικες νύχτες θεωρούσε ατελείωτες. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο. Για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσ­ευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.
Δεν είχε καμία ιδέα περί του εαυτού του. Δεν ήθελε κανείς να τον θεωρεί κάτι. Γι’ αυτό συχνά προσποιόταν μωρία. Μερικοί τον παρεξηγούσαν και τον θεωρούσαν λειψό. Αυτός όμως ήξερε καλά τί έκανε. Ζούσε ταλαιπωρώντας το σαρκίο του, δίχως καμιά ανάπαυση. Τον χει­μώνα δίχως θέρμανση και το Κελλί να βάζει από παντού κρύο και νερά. Το καλοκαίρι να κουβαλά νερό από μακριά. Λάτρευε την ησυχία και για χάρη της αδιαφορούσε πραγματικά για κάθε περιποίηση, διευκό­λυνση και άνεση. Τήρησε με ακρίβεια τις υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε ποτέ μεγάλη άνεση στο ταλαίπωρο σαρκίο του.
Όσοι πήγαιναν να τον δουν έβλεπαν μία εικόνα πραότητος, αγαθότητος και απλότητος. Ήταν ένα μεγάλο παιδί. Απέπνεε την ευωδία ενός ταπεινού ασκητού. Μιλώντας για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. «Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής», έλεγε, «αισθάνεται την ευωδία του οσίου». Τα λόγια του ήταν απλά και μεστά θείας σοφίας. Οι άγγελοι του χάριζαν γαλήνη και οι δαίμονες ανέδιδαν δυσωδία. Κάποτε τον επισκέφθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνομίλησε άλλοτε με τον Μέγα Βασίλειο και τον όσιο Θεόφιλο. Είχε αγωνία για τη σωτηρία του. Η μεγάλη του άσκηση συνυπήρχε με τη μεγάλη αγάπη της αγαθής και αθώας καρδιάς του. Ηλικιωμένος πολύ έτρεχε να φροντίζει άλλα γεροντάκια.
Είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ζούσε με τα ελάχιστα. Με λί­γες ρόγες σταφύλι όλη την ημέρα, λίγα μούρα ή λίγα μανιτάρια. Αγα­πούσε τη φύση. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό για τις τόσες δωρεές του. Έριχνε ψωμιά στα πουλάκια και χαιρόταν αφάνταστα, σαν μικρό παιδί, να τα βλέπει να τρώνε.
Ένας μοναχός που τον επισκέφθηκε γράφει περί αυτού: «Ήταν ένα κοντό, αδύνατο γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο. Ήταν αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Δεν είχε τίποτε να μας κεράσει, μόνο λίγο νερό. Όταν τον ρωτήσαμε πώς περνάει, απάντησε: “Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Χριστός και η Παναγία. Τρώγω παξιμάδι και χόρτα. Τη νύχτα κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την ευχή. Δεν τα μετρώ. Λέγω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» μέχρι να έλθουν τα δάκρυα. Προ­σεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο. Σταματώ όταν θέλει ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο …”».
Προείδε το τέλος του. Του το είπε ο «φίλος» του ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε στους άλλους Καψαλιώτες να ζητήσει συγχώρεση για τη μόνιμη αναχώρησή του. Ανεπαύθη στις 18.12.1986. Τον βρήκαν νεκρό στο κελλάκι του. Έξω είχε πέσει πολύ χιόνι. Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990) ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φα­νούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος». Έζησε, όπως είπαμε, με κάθε ακρίβεια τις μοναχικές υποτυπώσεις και υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε καμία υλική ανάπαυση στον εαυτό του. Έλεγε χαριτω­μένα: «Μακάρι όση προθυμία έχουν οι άνθρωποι για τα κακά, τόση να είχαν και για τα καλά …».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. Ανωνύμου Αγιορείτου μοναχού, Ο Γέ­ρων Φανούριος της Καψάλας, Ορθόδοξη Μαρτυρία 45/1995, σσ. 29-31.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1173-1176, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011
http://www.pemptousia.gr


Ηχητικό:


Ο Γέρων Φανούριος ο Καψαλιώτης. Μια σπάνια αγιορειτική μορφή
Περνούσα περίπου τέσσερις φορές την εβδομάδα μέσα από την αυλή του. Ήμουν υποχρεωμένος να περάσω, γιατί τα περισσότερα μονοπάτια είχαν κλείσει από τα κλαδιά των δένδρων και αυτά πού διατηρούσαμε με κόπο ανοιχτά ήταν λίγα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να φτάσω στις Καρυές, να κάνω τα λίγα απαραίτητα ψώνια, πού τα κουβαλούσα μέσα σ' ένα σακίδιο στον ώμο μου. Στον γυρισμό ήταν δύσκολα, γιατί ήμουν φορτωμένος και ή ανηφόρα απότομη και το μονοπάτι κακοτράχαλο.
Το κελί του π. Φανουρίου ήταν στην πλαγιά ενός ρέματος, μέσα στο δάσος, κάτω από μεγάλα δροσερά δένδρα με παχύ ίσκιο. Ήταν περίπου στην μέση της απόστασης και όταν έφτανα εκεί ήμουν ιδρωμένος, κουρασμένος και διψασμένος και ή στάση ήταν αναπόφευκτη.
Έτσι γνωριστήκαμε. Ήμουν νέος, γύρω στα 25 και αυτός γέρος μεταξύ 70 και 80 χρονών. Όποια ώρα κι' αν περνούσα από 'κει ό π. Φανούριος ήταν έξω στην αυλή. Όρθιος, με ένα κομποσκοίνι στο χέρι, ακουμπούσε στον όρθιο κορμό ενός κομμένου δένδρου και προσευχόταν. Είχε γυρισμένη την πλάτη του στο μονοπάτι, και δεν γύριζε αν εσύ πρώτος δεν του μιλούσες.
Στην αρχή μου έκανε μεγάλη εντύπωση το θέαμα. Στην μέση του πουθενά, χαμένος μέσα σ' ένα δάσος, ένα γεροντάκι προσευχόταν!!!
Ήταν κοντός, γύρω στο 1.60 και πολύ αδύνατος. Τα ρασάκια του τριμμένα. Το πρόσωπο και τα χέρια του λερωμένα από τις δουλειές. Δεν έκανε ποτέ του μπάνιο, αλλά δεν μύριζε άσχημα, ίσως γιατί έτρωγε μόνο χόρτα και λίγο ψωμί. Πολλές φορές ήταν κλαμένος και όπως σκουπιζόταν βιαστικά, τα δάκρυα του ανακατεύονταν με την σκόνη και μουντζούρωνε το πρόσωπο. 
Ήταν γλυκός, πολύ γλυκός, ήσυχος, πράος, το βλέμμα του ήρεμο, και oλος αγάπη για τον επισκέπτη, δηλαδή εμένα.
Μου ερχόταν να τον σφίξω στην αγκαλιά μου και να τον φιλήσω.
Είχε έρθει νέος στο Αγιον Ορος και δεν έφυγε από το κελί του. Δεν απομακρυνόταν από την περιοχή του. Είχε πάνω από 30 χρόνια να πάει στις Καρυές, την «πρωτεύουσα», κι ας ήταν δίπλα του, μισή ώρα δρόμος. Κρατούσε, δηλαδή, την παράδοση ήταν ένας πραγματικός ησυχαστής ένας ασκητής.
Στην αρχή, όπως ήμουν και άσχετος πνευματικά, δεν τον είχα υποπτευθεί. Μου έκαναν εντύπωση βέβαια ή ορθοστασία του και ή προσευχή του, αλλά μέχρις εκεί. Κάποια φορά πού συζητούσαμε του είπα κάτι λογισμούς πού είχα σχετικά με την πτώση του Αδάμ και άρχισε να μου μιλά για το πόσο έκλαψε, για το πόσο πολύ στεναχωρήθηκε ό Αδάμ για την πτώση του. Μιλούσε σπασμένα ελληνικά, ήταν ολιγογράμματος, δεν έβρισκε τις λέξεις... πιο πολύ μιλούσε με το βλέμμα του, με τις συντετριμμένες κινήσεις του, με το συναίσθημα του, με το σώμα του ολόκληρο, με την ψυχή του. Μου μετέφερε την τραγικότητα της κατάστασης, μου έδειξε την βαθειά μετάνοια, την συντριβή της καρδιάς και τα μάτια του βούρκωναν και ή ψυχή του σπάραζε και όλα αυτά μέσα σε μια βαθειά ειρηνική και γλυκιά ατμόσφαιρα.
Εντυπωσιάσθηκα, ταρακουνήθηκα από την ένταση, το βάθος, όμως πάλι δεν υποπτεύθηκα.
Μετά από αρκετές μέρες έτυχε να διαβάσω το βιβλίο του π. Σωφρονίου για τον Άγιο Σιλουανό. Εκεί διάβασα για τον «Αδαμιαίο Θρήνο», μια ανεβασμένη πνευματική κατάσταση πού περνούν οι ασκητές... τότε έκπληκτος αναγνώρισα τον π. Φανούριο. Αυτό πού περιέγραφε το βιβλίο το είδα μπροστά μου, ζωντανό βίωμα στο πρόσωπο του π. Φανουρίου.
Ό γέροντας Φανούριος δεν παπαγάλιζε αυτά πού είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο, γιατί αυτός μάθαινε μέσω της προσευχής. Ό γέροντας Φανούριος μιλούσε για αυτά πού ζούσε. Τότε άρχισα να τον υποπτεύομαι...
Άρχισα λοιπόν να τον ρωτάω.
-Καλά γέροντα, δεν σε πολεμάνε οι δαίμονες; ρώτησα μια φορά πού με έβαλε μέσα στο κελί να προσκυνήσω τον Άγιο Θεόφιλο τον Μυροβλύτη.
-Πώς δεν με πολεμάνε, είπε, να προχθές ήταν εδώ μέσα ό δαίμονας και φοβήθηκα.
-Στον ύπνο σου, γέροντα;
-Τί στον ύπνο;... Φανερά σου λέω να εδώ στεκόταν, και μου έδειξε το σημείο.
-Και εσύ τί έκανες;
-Φώναξα τον Άγιο Θεόφιλο και ήρθε και τον έδιωξε... Βρωμούσε ό τόπος μετά για μέρες.
Μου έλεγε ό π. Φανούριος κι άλλες τέτοιες περιπέτειες και άλλες τέτοιες πνευματικές μάχες και εγώ τον άκουγα αχόρταγα, με θαυμασμό, τα πίστευα.
Τα συζήτησα με έναν φίλο μου συνομήλικο μοναχό πού ζούσε στην περιοχή και μου είπε και αυτός τέτοιες ιστορίες, μάλλον και αυτός τις πίστευε... το αγαπούσε και αυτός το γεροντάκι και το βοηθούσε.
Όταν συζήτησα το θέμα με τον τότε πνευματικό μου, ήταν επιφυλακτικός και δύσπιστος. Ό π. Φανούριος δεν είναι τακτοποιημένος εκκλησιαστικά, είπε, δεν έχει, κοινωνία με την εκκλησία, είναι επηρεασμένος από τους ζηλωτές.
Όταν ρώτησα τον π. Φανούριο το παραδέχθηκε. Δεν ήξερε με ποιόν να πάει και ποιόν να αφήσει. Δεν ήξερε ποιό είναι το σωστό. Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Γι' αυτό καθόταν στην μέση και δεν ήταν ούτε με τους ζηλωτές ούτε με την εκκλησία. Καθόταν στην μέση κρατώντας ισες αποστάσεις. Γι' αυτόν το θέμα ήταν πολύ σοβαρό και δεν ήθελε να κάνει λάθος. Φοβότανε το λάθος.
- Προσεύχομαι στον Θεό να μου δείξει, αλλά ακόμα δεν με πληροφορεί, είπε αμήχανα.
Είχε μείνει μόνος. Είχε απομονωθεί πνευματικά. Δεν είχε άνθρωπο να ρωτήσει. Οι γνωστοί του είχαν πεθάνει. Ήταν και Ρουμάνος. Είχε ελαφρυντικά πολλά.
Συζητώντας του είπα για τον π. Παΐσιο. Είχε ακουστά γι' αυτόν, αλλά δεν τον γνώρισε ποτέ του. Φάνηκε να τον επηρεάζει το γεγονός ότι ό π. Παΐσιος ήταν με την εκκλησία, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το δίλημμα.
Έτσι λοιπόν ή πνευματικότητα του π. Φανουρίου είχε μπει υπό αμφισβήτηση και κάποιοι κρατούσαν αποστάσεις. Όχι εγώ. Εγώ τον αγαπούσα. «Σιγά μην τον αφήσει ό Θεός αβοήθητο. Έχει δώσει όλη του την ζωή στο Χριστό», σκεπτόμουν μέσα μου.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια. Έφυγα από την περιοχή, πήγα φαντάρος, ξαναγύρισα, ξαναέφυγα. Ό π. Φανούριος πάντα ρωτούσε για μένα και πάντα μου έδινε αυτό πού είχε, την προσευχή του. Προσευχόταν για μένα και για να πάνε καλά οι δουλειές μου, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τί ακριβώς ήταν.
Την τελευταία φορά πού τον είδα τού είχα φέρει λίγο μέλι, λίγο καφέ. Όπως πάντα ήθελε να με κεράσει. Όπως πάντα δεν ήθελα να τού στερήσω τα λίγα τρόφιμα πού είχε.
- Ένα ποτήρι νερό, φέρε μου γέροντα, τίποτα άλλο, είπα, νομίζοντας ότι ζητώ κάτι εύκολο.
Σηκώθηκε κουτσαίνοντας να μου το φέρει, τα είπαμε, χαρήκαμε και έφυγα ανύποπτος.
Πιο πάνω έκανα στάση στον φίλο μου τον καλόγερο.
-Τί σε κέρασε ό γέρο-Φανούριος;
-Ένα ποτήρι νερό, δεν δέχτηκα τίποτα άλλο, είπα.
-Αχ!... αυτό είναι το πιο δύσκολο γι' αυτόν. Έχει λίγο καιρό πού το ανακάλυψα... Δεν μπορεί να κατέβη στην πηγή όπου γεμίζει νερό. Είναι μια απόσταση 50 μέτρα κάτω στο ρέμα και κάνει 2 ώρες να πάει. Έχει πρόβλημα με το πόδι του και δεν μας λέει τίποτα.
Δάγκασε ή λύπη την καρδιά μου, βούρκωσα και τον αγάπησα πιο πολύ τώρα, γι' αύτη του, την παλληκαριά, γι' αύτη του την θυσία.
Ό γέρο-Φανούριος, σαν τούς παλαιούς Αγιορείτες, είχε αφήσει ολόκληρο τον εαυτό του στον Θεό. Δεν το κουνούσε από το ασκητήριο του, ούτε πήγαινε στον γιατρό. Έμενε πιστός στην αρχαία παράδοση των ασκητών, πού ήταν ζωντανή στο Αγιον Ορος μέχρι λίγα χρόνια πριν. Αν θέλει ό Θεός τον κάνει καλά. Αλλιώς θα υπομένει και θα πεθάνει χωρίς παράπονα. Είχε αυτό το ηρωικό πνεύμα των αρχαίων ασκητών.
Εκείνες τις μέρες έγινε ένα σούσουρο μεταξύ των κατοίκων της πάνω Καψάλας. Ένα τεράστιο κυπαρίσσι πού υπήρχε στην αυλή του π. Φανουρίου, καταπράσινο και αειθαλές, ξαφνικά καταξεράθηκε, έγινε καφέ. Όλοι απορούσαν με το γεγονός.
-Εγώ πέρασα πριν δύο μέρες από εκεί και ήταν καταπράσινο, έλεγε ό ένας.
-Κι εγώ πριν λίγες μέρες το είδα. Ήταν μια χαρά, δεν μπορεί να ξεράθηκε έτσι ξαφνικά λέει ό άλλος.
-Ε! και τί έγινε τότε, ρε παιδιά, πώς ξεράθηκε το κυπαρίσσι; ρώτησα.
-Ξέρω 'γώ;... απάντησε ό φίλος μου ό καλόγερος, ανασηκώνοντας τούς ώμους του.
-Ό γέρο-Φανούριος, τί λέει; ρώτησα.
-Λέει ότι το ξέρανε ό διάβολος, απάντησε ό φίλος μου και έπεσε σιωπή.
Το γεγονός τούς είχε προβληματίσει όλους. Το ξεραμένο κυπαρίσσι έστεκε εκεί τεράστιο, ολόρθο. Πώς ξεράθηκε μέσα σε δύο μέρες; Ένα τεράστιο αίνιγμα, πού κανένας δεν μπορούσε να
το αγνοήσει.
Τί είχε γίνει τελικά; Πώς ξεράθηκε το κυπαρίσσι;
Φεύγοντας από το Αγιον Ορος έκανα στάση στο κελί του όπως πάντα να τον χαιρετήσω. Αφού είπαμε τα δικά μας τον ρώτησα δείχνοντας το ξεραμένο κυπαρίσσι.
-Γέροντα, πώς ξεράθηκε το κυπαρίσσι;
-Ήρθε ό διάβολος εδώ και ήθελε να μού κάνει κακό, μου είπε ανήσυχος, καθώς ξαναθυμήθηκε τον μεγάλο κίνδυνο πού πέρασε..., εγώ φώναξα πάλι τον Άγιο Θεόφιλο να με βοηθήσει και δεν μπορούσε αυτός να μού κάνει κακό. 
Δεν τον άφηνε ό Άγιος. Φεύγοντας ό διάβολος, ξέσπασε τον θυμό του πάνω στο κυπαρίσσι, του έδωσε μία και ξεράθηκε αμέσως. Πά, πά, πά... Τί κακός πού είναι ό Διάβολος! Θηρίο άγριο, κακοποιός...
Έσκυψα συγκινημένος, πήρα την ευχή του, 23 τον φίλησα και έφυγα. Δεν ήξερα ότι θα ήταν ή τελευταία φορά πού τον έβλεπα.
Εκείνο τον χειμώνα έπεσαν πολλά χιόνια στην Καψάλα. Ό γέρο-Φανούριος πέθανε. Ό φίλος μου τον βρήκε πεθαμένο στην Εκκλησία. Τον ράψανε μέσα στο ράσο του, αντί για φέρετρο. Ήταν μαλακό και ευλύγιστο το σώμα του. Δεν είχε την νεκρική ακαμψία. Λένε ότι αυτό συμβαίνει σ' όλους τούς Αγιορείτες μοναχούς. Ένα δώρο της Παναγίας, ένα σημάδι εύνοιας σ' αυτούς πού αφιέρωσαν όλη τους την ζωή στον πνευματικό αγώνα και έζησαν την ζωή τους σαν μοναχοί μέσα στο Άγιο Όρος.
Ήταν ελαφρύς σαν πούπουλο. Αφού τον σήκωνα με το ένα μου χέρι για να τον βάλω μέσα στον τάφο. Ήταν όλος μόνο κόκκαλα... «Δεν έτρωγε και λάδι όλη την βδομάδα, μόνο Σαββατοκύριακο», μονολόγησε ό φίλος μου.
Ό π. Φανούριος πέρασε την ζωή του με διαρκή νηστεία, προσευχή και αγρυπνία.
Όταν μπόρεσα να πάω είχε γίνει ή ανακομιδή του. Πήρα ένα οστό του, γιατί τον αγαπώ και τον θεωρώ δικό μου άνθρωπο. Ελπίζω να ανταμώσουμε ξανά στην αληθινή μας πατρίδα, την άφθαρτη και αιώνια. Αληθινά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΡΑΚΟΒΑΛΗΣ. Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ. 2013



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου