Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Θεόφιλος μοναχός Λαυριώτης (1885 - 1975)

Κατά κόσμον ονομαζόταν Θωμάς Καψής του Παναγιώτη και της Μαργαρώς. Ο εγνωσμένης αρετής αυτός Λαυριώτης Γέροντας γεννήθηκε στην Κανιάνη Λαμίας το 1885 και προσήλθε στη Μ. Λαύρα το 1910. Η σύνεσή του τον εκανε προϊστάμενο της μονής το 1945. Πρόθυμος πάντοτε διακονητής, αξιοθαύμαστος, φιλακόλουθος, με φωτισμένη σκέψη και μόνιμα αδιάφθορη συνείδηση.
Κατά τον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο, «δεν βάστηξε για πολύ η ευθυνοτριβής ιδιότητά του ως προϊσταμένου. Σύντομα ανακάλυψε πως ησυχία κέλλας, νηφάλια ένθεη θεωρία και έμπονη προσπάθεια αδιαλείπτου νοεράς προσευχής για μυστικές χαριτώσεις δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν και να συνυπάρξουν με διοικητικές ευθύνες, οικονομικές διαχειρίσεις, αντιμετωπίσεις αντιξοοτήτων, δημόσιες σχέσεις, ντυσίματα και στησίματα για υποδοχές, συντροφεύσεις και συζητήσεις με επισήμους και λοιπά και λοιπά. Πήρε την απόφαση και σε μια συνεδρία, αφού ευχαρίστησε για την τιμή τους Γεροντάδες, υπέβαλε την παραίτησή του, δικαιολόγησε την αδυναμία του να συνέχιση την προϊσταμενική υπηρεσία και περίδακρυς παρεκάλεσε να δείξουν κατανόηση και να την κάνουν αποδεκτή».
Από τότε έγινε πιο σιωπηλός. Κλείστηκε πιο πολύ στο κελλί του. Δόθηκε περισσότερο στην προσευχή. Δεν τον ενδιέφερε η αμφίεση και το παρουσιαστικό του. Αγωνιζόταν να διατηρεί γνήσιο ταπεινό φρόνημα. Τώρα η κύρια συναναστροφή του ήταν με τον εαυτό του και τους ασκητές της Βίγλας, των Καυσοκαλυβίων και των Καρουλίων. Τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν, τους εκτιμούσε και τον εκτιμούσαν.
Με το πολυμεταχειρισμένο κομποσχοίνι του, το μπαλωμένο ζωστικό του, τον ξεθωριασμένο σκούφο του και με χαμηλωμένο συνήθως το βλέμμα του απόφευγε τις συνομιλίες. Τις νηστείες περνούσε ευχάριστα με τα πολύ απαραίτητα, νερό, παξιμάδι, ξερά σύκα. Έτρωγε μία φορά την ημέρα και μόνο τα Σαββατοκύριακα λάδι, όλο τον χρόνο. Το κελλί του ήταν εντελώς απέριττο. Φανέρωνε την απλότητα, τη λιτότητα, την ολιγάρκεια, την εγκράτεια, την πενία και την ταπείνωσή του. Λίγες εικόνες, ένα «τεμπελόξυλο» για να στηρίζεται στις άγρυπνες προσευχές του, τις πολύωρες, δυο τάβλες για κρεβάτι, δίχως στρώμα, μια κουβέρτα για στρώμα και σκέπασμα. Ένας ασκητής κρυμμένος πολυχρόνια μέσα στο μεγάλο και πρώτο μοναστήρι. Σε πολύ λίγους ήταν γνωστά τα πνευματικά παλαίσματα του πολύαθλου και γενναίου Γέροντος.
Στο Καθολικό πάντα τον έβλεπαν στις ιερές ακολουθίες όρθιο, σαν λαμπάδα αναμμένη, να έπιτηρεί έπακριβώς την αρχαία και απαράβατη τάξη της μονής του. Κοινωνούσε με κατάνυξη. Ακούραστος ως τα βαθιά του γεράματα συμμετείχε σε όλες τις μακρές, καθημερινές ακολουθίες, στις θείες Λειτουργίες του Καθολικού, των παρεκκλησίων, των εξωκκλησίων, των λιτανειών, παντού και πάντοτε πρώτος. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Ήταν σεβαστός απ’ όλους, ευλαβέστατος.
Κατά τον Γέροντα Εφραίμ Λαυριώτη († 1999), είχε υποτακτικούς τον Κήρυκο, που όταν ήταν ν’ αποθάνει, ευωδίασε το στόμα του, και τον Ταράσιο, που ήταν ένας ζωντανός άγιος, με χαρακτήρα και τρόπο όσιο, υψηλός, ασκητικός, μακρυγένης. Είχαν λάβει από τον Γέροντά τους την προτροπή και μόνιμη διδαχή: «Ανήρ αγαθός εν ησυχία άγει, ανήρ δε αγαθός ησυχάζει διά παντός».
Στον Γέροντα Ανδρέα († 2004) έλεγε πως πάντοτε θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και νηφάλιοι. «Η προσευχή με την υπακοή, πρέπει σαν αδελφές να είναι ενωμένες, όπως είναι οι φτερούγες στα πουλιά, για να μπορεί ο άνθρωπος να έχει πνευματική προκοπή και να πετάει με το νού του από τα γήινα στα ουράνια. Όταν μπαίνεις στην εκκλησία για να προσευχηθείς, θα πρέπει κάθε έννοια, κάθε φροντίδα και μέριμνα, που σε αποσπά και χωρίζει από την προσευχή, να την αφήνεις έξω από την πόρτα της εκκλησίας, αν θέλεις να δέχεται ο Θεός την προσευχή και την ψαλμωδία σου και να έχεις μισθό αιώνιο». Του έλεγε πως παλαιά ένας Γέροντας, ο Ηλιόδωρος, έβλεπε την Παναγία στην ένατη ωδή του Όρθρου και στ’ Απόδειπνα να θυμιάζει. Άλλος Γέροντας έβλεπε τη Θεοτόκο συνοδευόμενη από τους αγίους Ιωάννη τον Θεολόγο και Αθανάσιο τον Αθωνίτη να διακονεί στην τράπεζα της μονής…
Προσευχόμενος τελείωσε τον βίο του. Προείδε και προείπε το τέλος του. Ζήτησε να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Ο ιερεύς του έδινε κουράγιο. Ο Γερο-Θεόφιλος του είπε: «Πάσχα θα κάνω στον ουρανό». Έτσι κι έγινε. Εκοιμήθη τα χαράματα της Μεγάλης Τετάρτης 18.4.1975. Είχε μοιράσει χρήματα για τα μνημόσυνά του και είχε δωρήσει τα λίγα υπάρχοντά του στους πατέρες της μονής.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Άγιου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 206-209.
Εφραίμ Λαυριώτου μοναχού, Αναμνήσεις Λαυρεωτών Γερόντων, Πρωτάτον 57/1996, σσ. 6-8.
Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 115, 126, 286, 316.
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Γράμματα και άρματα στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 115-122.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του 20ού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 891-894
Γέρων Θεόφιλος Λαυριώτης (1885-1978)
Εγεννήθη το έτος 1885 στο Κανιάνι Λαμίας και στη βάπτιση έλαβε το όνομα Θωμάς (Καψής). Ήρθε για να μονάσει στη Λαύρα στις 14 Ιουλίου 1910 και μετά από ένα χρόνο δοκιμή στις 15-8-1911 έγινε μοναχός λαμβάνοντας στην κουρά το όνομα Θεόφιλος.
......Ο π. Θεόφιλος, αν και έζησε σε ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, ήταν πολύ αγωνιστής, πολύ ασκητικός, άνθρωπος της προσευχής και της μοναχικής ακρίβειας. Δεν έχανε ακολουθία. Έμπαινε στο στασίδι του, στεκόταν πάντα όρθιος και δεν έβγαινε από κει, αν δεν τελείωνε η ακολουθία.
......Ήθελε να τηρούνται τα τυπικά στην ακολουθία, και όταν έβλεπε παραβάσεις επενέβαινε και διόρθωνε. Κάποτε ένα νέο καλογέρι σε μία αγρυπνία άρχισε να ψάλλει τον πολυέλεο με ύφος και στόμφο. Στον πρώτο στίχο πήγε ο γερω-Θεόφιλος και του είπε: "Δε σ' ακούει ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Τα δαιμόνια χορεύουν. Ταπεινά, ταπεινά να ψάλλουμε, να μας ακούει ο Θεός και να μας χαίρεται σαν παιδιά Του".
......Στο κελί του για άσκηση ποτέ δεν άναβε φωτιά το χειμώνα και ποτέ του δε φορούσε τσουράπια.
......Νήστευε πάρα πολύ και οι Προϊστάμενοι του έβαλαν κανόνα να μετριάσει τη νηστεία του για να μην πεθάνει. Δεν έτρωγε πριν από την ώρα της καθορισμένης από αυτόν τραπέζης γιατί το θεωρούσε λαθροφαγία. Μάζευε τα φρούτα, τα έβαζε στο μαντήλι του και δεν έτρωγε ούτε ένα εκτός τραπέζης. Την ώρα της τραπέζης έκανε προσευχή και τα έτρωγε. Δεν έφαγε κρέας ποτέ, καίτοι ζούσε στο Ιδιόρρυθμο.
......Τα λίγα χρήματα που έδινε η Λαύρα σ' όλους τους πατέρες, ο γερω-Θεόφιλος δεν τα χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του, αλλά τα διέθεσε για την επισκευή του φούρνου της Μονής. Ο ίδιος ζούσε τόσο φτωχικά και απλά, που δεν είχε ανάγκες και έξοδα.
......Είχε το διακόνημα του Εκκλησιαστικού και τελευταία του Δοχειάρη. Στις 15-1-35 εξελέγη Προϊστάμενος, αλλά σύντομα παραιτήθηκε, γιατί δεν ταίριαζαν στο χαρακτήρα του και στον ασκητικό του τρόπο ζωής η διοίκηση, η επικοινωνία με επισήμους και όλες οι μέριμνες του Προϊσταμένου.
......Όταν ήταν Δοχειάρης, κάποια ημέρα έχασε τα κλειδιά. Επειδή δεν έβλεπε καλά, κάλεσε τον παπα-Βασίλη και πήγαν ως τον κήπο ψάχνοντας να τα βρουν, αλλά δεν τα βρήκαν. Είπε ο γερω-Θεόφιλος: "Εμείς κάναμε το ανθρώπινο. Τώρα θα κάνω κομποσχοίνι να τα βρει ο άγιος Μηνάς". Πήγε στο κελί του, άναψε ένα κερί και άρχισε να προσεύχεται. Πριν προλάβει να τελειώσει το πρώτο κομποσχοίνι, έπεσαν τα κλειδιά μπροστά του.
......Κάποια χρονιά στη Διακαινήσιμο πήγαν με τον παπα-Βασίλη στις Καρυές να επισκεφθούν δύο πατέρες, τον π. Αρέθα και τον π. Κοσμά. Άνοιξαν οι πατέρες και δεν μίλησαν καθόλου. Πρώτα έψαλαν το Χριστός Ανέστη και άλλα, ύστερα τους καλωσόρισαν και συνομίλησαν, όπως έκαναν οι παλαιοί πατέρες.
......Το γερο-Θεόφιλο όλοι τον σέβονταν στη Λαύρα για την αρετή του, ενώ πολλοί νέοι που ήρθαν να γίνουν μοναχοί, τον είχαν Γέροντά τους.
......Ήταν αγαπητός σε όλους, γιατί ήταν ειρηνικός και ενάρετος. Μια φορά άκουσε δύο Λαυριώτες να φιλονικούν. Αμέσως πήγε και τους είπε: "Και οι δυο σας φταίτε. Να βάλετε μετάνοια μεταξύ σας και να συγχωρεθείτε". Τον άκουσαν, έκαναν ό, τι τους είπε και ειρήνευσαν.
......Κάποτε προσευχόμενος ήρθε σε θεωρία και είδε ένα όραμα. Ύστερα είπε στον παπα-Βασίλη: "Με αυτά που είδα τρόμαξα αλλά δεν μπορώ να τα πω".
......Το καλοκαίρι του 1964 μετά τις εορτές τις Χιλιετηρίδος δέχτηκε η Λαύρα να πλησιάσει ένα πλοίο με γυναίκες για να μεταφέρουν οι ιερείς το Τίμιο Ξύλο και άγια Λείψανα στο πλοίο για να προσκυνήσει. Όταν το έμαθε ο γερω-Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, γιατί το θεωρούσε αταίριαστο και νεωτεριστικό. Προσπάθησε με επιχειρήματα προς τη Σύναξη της Μονής να ματαιωθεί η προσέγγιση του πλοίου και, όταν δεν το κατόρθωσε, παρακίνησε τους πατέρες που τον συμβουλεύονταν, να κάνουν κομποσχοίνι όλη τη νύχτα.
......Ενώ το πλοίο είχε έρθει, γιατί η θάλασσα ήταν λάδι, και την άλλη μέρα θα γινόταν η προσκύνηση των ιερών Λειψάνων, τη νύχτα τα κομποσχοίνια του γερω-Θεόφιλου και των άλλων πατέρων μετέβαλαν τον καιρό, σηκώθηκε τρικυμία και το πλοίο έφυγε για να βρει λιμάνι.
......Ο γερο-Θεόφιλος αρρώστησε και ο παπα-Βασίλης τον πήγε στο Νοσοκομείο. Τον παρακαλούσαν να καταλύσει τώρα που ήταν άρρωστος, αλλά δεν δέχθηκε λέγοντας: "Τόσα χρόνια στο Άγιον Όρος δε φάγαμε κρέας, τώρα θα φάμε;". Ούτε και γιαούρτι κατέλυσε σε ημέρες νηστείας. Ύστερα τον έφερε πάλι στη Λαύρα με καροτσάκι. Έμενε κατάκοιτος στο κελί του και πήγαν έξι ιερείς να του κάνουν Ευχέλαιο το πρωί. Κατά το μεσημέρι είχε σηκωθεί. Παραξενεύτηκαν οι πατέρες που τόσο γρήγορα σηκώθηκε. Ο γερο-Θεόφιλος απάντησε στον παπα-Βασίλη με φυσικότητα: "Γιατί το κάνατε το Ευχέλαιο; Δεν το κάνατε για να γίνω καλά; Να έχεις ευλάβεια και πίστη στα Μυστήρια".
......Έκτοτε έζησε άλλα δέκα χρόνια υγιής. Το έτος 1978, τη Μεγάλη Δευτέρα, γύρισε όλα τα κελιά και ζήτησε συγχώρηση από τους πατέρες. Τη Μεγάλη Τρίτη δεν κατέβηκε στην ακολουθία. Τη Μεγάλη Τετάρτη κάλεσε τον παπα-Βασίλη, πριν ξημερώσει, και του ζήτησε να τον κοινωνήσει, γιατί σε δύο ώρες θα φύγει. Πράγματι τον κοινώνησε και σε δύο ώρες ειρηνικά παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο που λάτρευσε και υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή.
......Εκοιμήθη και ετάφη τη Μεγάλη Τετάρτη, στις 18 Απριλίου 1978, σε ηλικία 93 ετών.
......Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Ο σιωπών ΓεροΘεόφιλος
Κοντά στο Προσφορειό είδα τον Γερο Θεόφιλο (Καψής Θωμάς του Παναγιώτου εκ Κανιάνης Λαμίας, γεν. 1885, προσέλ. στη Λαύρα 1910, προήχθη σε Γέροντα το 1935 και σε Προϊστάμενο το 1945, κοιμ. 1975) και υπέδειξα στους μαθητάς (ενν. της Αθωνιάδος) να τρέξουν προς συνάντησί του, να φιλήσουν το χέρι του και να ζητήσουν την ευχή του, μολονότι ήμουν βέβαιος τόσο για την «υποδοχή» τους όσο και για την έκπληξί τους. Θα τους εξηγούσα όμως αργότερα ...
Η Ιερά Σύναξις των Προϊσταμένων, εν εκτιμήσει της σύνεσεώς του, του εγνωσμένου εναρέτου βίου του, της ανελλιπούς προσεδρεύσεώς του στο Καθολικό και της πάντοτε προθύμου και ενεργού συμμετοχής στα αυστηρά και βαριά διακονήματα της Μονής, τον εξέλεξε μέλος της Γεροντίας, ώστε να προσφέρη και διοικητικές υπηρεσίες στην αδελφότητα, με την φωτισμένη σκέψι και την αδιάφθορη συνείδησί του.
Δεν βάστηξε όμως για πολύ αυτή η ευθυνοβριθής ιδιότητά του ως Προϊσταμένου. Σύντομα ανακάλυψε πως ησυχία κέλλας, νηφάλια ένθεη θεωρία και έμπονη προσπάθεια αδιαλείπτου νοεράς προσευχής για μυστικές χαριτώσεις, δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν και να συνυπάρξουν με διοικητικές ευθύνες, οικονομικές διαχειρίσεις, αντιμετωπίσεις αντιξοοτήτων, δημόσιες σχέσεις, ντυσίματα και στησίματα για υποδοχές, συντροφεύσεις και συζητήσεις με επισήμους κλπ κλπ. Πήρε την απόφασι σε μια συνεδρία, αφού ευχαρίστησε για την τιμή τους Γεροντάδες, υπέβαλε την παραίτησί του, δικαιολόγησε την αδυναμία του να συνεχίση την προϊσταμενική υπηρεσία και περίδακρυς παρεκάλεσε να δείξουν κατανόησι και να την κάνουν αποδεκτή.
Από εκείνη την ημέρα και στο εξής έγινε ακόμα πιο αμίλητος, κλείστηκε ολοκληρωτικά στην κέλλα και τον εαυτό του και επιδόθηκε στην ησυχία και την προσευχή του. Τώρα δεν τον πείραζε ο λογισμός, αν το ζωστικό του ήταν παληό και λερωμένο, αν το ράσο και η σκούφια του ξεθωριασμένα και γεμάτα τσάκισες. Δεν εκπροσωπούσε πλέον τη Μονή, αφού επέστρεψε και ξαναεντάχθηκε στους ανεπισήμους και ανωνύμους, και έτσι, με μόνιμη συντροφιά το ταπεινό φρόνημα, δεν αισθανόταν την καταπιεστική ανάγκη να είναι κοινωνικός, «καθώς πρέπει» και ευπαρουσίαστος. Τώρα στο νου και την καρδιά του πρυτάνευαν οι στρατιές και τα βιώματα των κοινοβιατών του Παχωμίου, οι χορείες των αναχωρητών της Νιτρίας της Αιγύπτου και οι συνοδείες των συναγιορειτών του Βιγλιωτών, Καυσοκαλυβιτών και Καρουλιωτών, τους οποίους υπεραγαπούσε και συχνά συναναστρέφονταν.
Τώρα, αδιάφορος για εντυπώσεις και σχολιασμούς, φορούσε το προχειρομπαλωμένο απ' τον ίδιο παληοζωστικό του, έσερνε ακάλτσωτος τα καλογερρόραφτα «συρτά» του, κατέβαζε μέχρι τα φρύδια και τα' αυτιά του την άκομψη σκούφια του, κρατούσε τη λιγδιασμένη και αξιολύπητη απ' την ακατάπαυστη χρήση κομποσχοίνα του και, βαδίζοντας, έσκυβε το κεφάλι και το βλέμμα του προς τα κάτω. Επιτάχυνε μάλιστα σκοπίμως το βήμα, σαν έβλεπε πως κάποιος ξένος έδειχνε πρόθεσι να τον πλησιάση για συζήτηση ή για πληροφορία. Κι αν κάποιος, παρά ταύτα, αδιάκριτος ή λιγώτερο ευγενής, του έφραζε τον δρόμο και επέμενε να του μιλήση, άκουε στερεότυπη την πρότασι:
- Το Μοναστήρι έχει τάξι και αρμοδίους: Για διαμονή και πληροφορίες στον αρχοντάρη, για πνευματικά στους πνευματικούς, για διοικητικές υποθέσεις στο Γραφείο και για ότι άλλο στον διακονητή ξεναγό ΓεροΔιομήδη (Λασκαρίδης Δημοσθένης του Ιωάννου εκ Θάσου, γεν. 1885, προσ. 1908, κουρ. 1910, κοιμ. 1969), που ξέρει και αγγλικά ...
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου