Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Χαράλαμπος μοναχός Καψαλιώτης (1914 - 1998)

Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν· Γερο-Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς. Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την ευχή, την ευχή του Ιησού.
Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. 
Σε μία μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;
Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου και από Βασί­λειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρύων και της Καψάλας. «Έλεγε συνεχώς την ευχή ψιθυριστά. “Όταν λέμε την ευχή”, έλεγε, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την ευχή». Τον χειμώνα, έλεγε, «ο Κύριος με θερμαίνει». Ζούσε σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: “Αν δεν πίστευα στον Χρι­στό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;”».
Συχνά τον ενοχλούσαν και πολεμούσαν οι δαίμονες, τους πολεμούσε όμως και αυτός, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους!». Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλε­γε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα. Συνήθιζε επίσης να λέει: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».
Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαι­οφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλο­κάγαθος.
Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συ­χνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά και μετά, με τη μακρόσυρτη βαρειά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στό­μα του. Με τη βαρειά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Δια­τηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467

Πατήρ Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς
Εδώ αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και έναν άλλο σεβαστό γέροντα, που και αυτός είχε δείξει σημεία αγιότητος, τον π. Χαράλαμπο τον κομποσχοινά. Αυτός, απ’ ότι μας έλεγε, αξιώθηκε να δη πολλά σημεία, την Παναγία μας, αγίους Αγγέλους, και ότι πολλά θαύματα του συνέβησαν.
Μια μέρα κατεβαίναμε με τον πρωτοσύγγελο Θεσσαλονίκης ( τον π. Ιωάννη Τασιά) στην Ιβήρων και τον βλέπουμε να είναι ξαπλωμένος σ’ ένα χαντάκι που περνάν τα νερά δίπλα στον δρόμο.
Ενώ περνούσαμε τα αυτοκίνητα συνέχεια και κάνανε πολλή σκόνη, αυτός εκεί έπλεκε κομποσχοίνι, και τα ρούχα του – παλιόρασα – νόμιζες ότι άστραφταν, ότι ήτανε από μετάξι, δεν τον άγγιζε η σκόνη.
Είχε ένα χωράφι με κουκιά.
Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε εκεί, είχε μπει σε μια τρύπα που υπήρχε στο χωράφι, είχε βάλει χόρτα μέσα και, επειδή του πονούσαν τα πόδια του καημένου, τα είχε βάλει λίγο ψηλά. Έπλεκε συνέχεια κομποσχοίνι κι έλεγε συνέχεια την ευχή.
Αυτό μας έκανε εντύπωση. Συνέχεια έλεγε την ευχή, δεν σταματούσε καθόλου. Τον φωνάζουμε: «Γέροντα Χαραλάμπη, που είσαι;» «Εδώωω είμαι!». Ψάχνουμε, ψάχνουμε μεσ’ στα κουκιά και τον βρήκαμε μέσα σε μια γούβα.
Αυτός ένα διάστημα είχε κάνει σ’ ένα κελλί εδώ στις Καρυές, του αγίου Χαραλάμπους, που είναι πίσω από τον ναό του Πρωτάτου. Μια μέρα καθότανε στην απλωταριά του κι έπλεκε κομποσχοίνι. Όπως ακουμπούσε επάνω στην κουπαστή – ήταν ετοιμόρροπη η κουπαστή – από το βάρος του, επειδή ήταν και γιγαντόσωμος, υποχωρεί η κουπαστή και πέφτει κάτω.
Φωνάζει: «Παναγία μου, μ’ αυτό τον θάνατο θα φύγω απ’ αυτή τη ζωή;» Από κάτω ήταν όλο πέτρες, θα σκοτωνότανε. Εκείνη τη στιγμή μία αόρατη δύναμη ήρθε και τον έβαλε επάνω στο μπαλκόνι, και βρέθηκε καθήμενος στο μπαλκόνι.
Πολλά σημεία μας έλεγε αυτός, πάρα πολλά είδε. Στο τέλος γηροκομήθηκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Τον πήρανε εκεί οι πατέρες, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υπηρετήση τον εαυτό του. Έμενε στην Καψάλα. Αυτός ήτανε από την Μικρά Ασία. Στο Άγιο Όρος ήρθε μεγάλος, αν και καλογέρευε από λαϊκός και ήτανε γενιοφόρος.
Έλαβε μέρος και στον ανταρτικό πόλεμο, στα αντάρτικα του ’40, με τους Γερμανούς. Ήταν στον πόλεμο με τους Γερμανούς και μετά στα αντάρτικα. Μάλιστα μας είπε ότι κουβαλούσε πολεμοφόδια με τα μουλάρια επάνω στα βουνά.
«Κάποτε», μας είπε, «βρεθήκαμε σ’ένα λόφο που έβαλλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί.
Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτώθηκαν εκτός ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες κι εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τα ’χω τα χέρια μου, το’χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Mε σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου, και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν, πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν πάνω στον λόφο». Ήταν νεαρός τότε.
Μια μέρα μου λέει ο πρωτοσύγγελος της Θεσσαλονίκης: «Πάμε, πάτερ Βασίλειε, να δούμε τον γερο-Χαραλάμπη απ’ την Σταυρονικήτα, γιατί έχω μια μεγάλη στεναχώρια. Έχω την Ροτόντα και αυτοί οι Αρχαιολόγοι δεν μας αφήνουν να λειτουργήσουμε μέσα.
Πάμε να δούμε, τι θα μας πη .
Να του πούμε γι’ αυτό το θέμα που με προβληματίζει, γιατί με έχουν βάλει στο στόχαστρο οι Αρχαιολόγοι». Του λέω: «Γέροντα είναι λίγο αργά – σούρουπο ήτανε -, στο μοναστήρι είναι λίγο δύσκολα να πάμε τέτοια ώρα».
«Δεν πειράζει, μια και βρίσκομαι εδώ πέρα, γιατί αύριο το πρωί θα φύγω και δεν έχω χρόνο». Τρέχουμε. Πηγαίνουμε στου Σταυρονικήτα. Ίσα – ίσα που προλάβαμε την πόρτα.
Προσκυνήσαμε τον άγιο Νικόλαο και πήγαμε στον γέροντα Χαραλάμπη. Μας λέει: «Τέτοια ώρα δεν κάνουν επισκέψεις στα μοναστήρια, αλλά κάνουν προσευχή». Πριν προλάβη ο Πρωτοσύγγελος να τον ρωτήση για τον Άγιο Γεώργιο, την Ρορόντα, τι θα γίνη, του λέει ο π. Χαραλάμπης: «Να ξέρετε όμως πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα! Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίση με αυτό το κοντάρι».
Τα’ χασε ο πρωτοσύγγελος. Και άλλα τέτοια μας είπε, που θαύμασε ο πρωτοσύγγελος: «Για δές! Που ήξερε αυτός ο άνθρωπος ότι εμείς ήρθαμε γι’ αυτόν το λόγο εδώ, για να τον ρωτήσουμε για τον ναό του αγίου Γεωργίου, για το τι θα γίνη, και μας είπε ότι θα τους κυνηγήση με το κοντάρι του ο άγιος Γεώργιος!».
Από αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ερχότανε πολύ τακτικά στο κελλί μας, ωφεληθήκαμε πάρα πολύ, γιατί μόνο που καθόμασταν δίπλα του, γαληνεύαμε. Καθόταν εδώ πέρα και έπλεκε, ή καθόταν κάτω στο εργαστήρι και συνέχεια έπλεκε και έλεγε την ευχή και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του, από τα νεανικά του χρόνια, από το Άγιον Όρος. Όλα πνευματικά, δεν έλεγε τίποτα κοσμικό. Όλα όσα είχαν σχέση με την ωφέλεια της ψυχής. Τίποτα περιττό. Και μάλιστα μεμφόμενος τον εαυτό του έλεγε: «Όυαί ο λαλών και μη ποιών».
Έρχονταν καμμιά φορά κοσμικοί. Τον ρωτούσαν: «Τι να κάνουμε γερο- Χαραλάμπη; Πες μας μονολεκτικά κάτι, κάποια διδαχή». Και τους έλεγε: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Και πολλές παρόμοιες σοφές κουβέντες.
Αυτά με τον γέροντα Χαραλάμπη. Υπάρχουν πολλές βέβαια ιστορίες του, αλλά δεν τις θυμάμαι. Και ο π. Ιγνάτιος έχει ακούσει πάρα πολλές. Πάντως αυτό που έμεινε στην μνήμη μας είναι, ότι είχαμε μία χαρά όταν πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, διότι είχανε πολλή αγάπη και ανεξικακία.
Δεν είχανε κακία για κανέναν, και αν τους έκανε κάτι κάποιος τον συγχωρούσανε. Δεν κρατούσανε. Ήτανε σαν προβατάκια αθώα. Και χαιρόσουν αυτούς τους ανθρώπους να τους συναναστρέφεσαι. Δεν έβλεπες κακία και μίσος, αν και τους πολεμούσε και αυτούς ο πειρασμός με διαφόρους τρόπους μέσω των αδελφών.
Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Περίοδος Β' έτος 2007 αριθ. 32
σελ 97-101
Πηγή στο Διαδίκτυο  ναβάσεις


Ο απλούστατος Γερο Χαράλαμπος ο «κομποσχοινάς»
Γνωρίσαμε τόν γερο Χαράλαμπο τόν «Κομποσχοιν» πως τόν λεγαν λοι στό ρος, τή δεκαετία το ’90. Ψηλός καί λίγο καμπουριαστός γέροντας -λεβεντόγερος!- καί πάντα χαμογελαστός...
ποτε καί νά τόν βλεπες κομποσχονι πλεκε! Ετε μέρα ετε νύχτα! Εχε τόσο ξασκηθε πού δέν χρειαζόταν νά κοιτ γιά νά τραβήξει τά κορδονάκια κατά τό πλέξιμο το κομποσχοινιο· σοι ξέρουν νά πλέκουν καταλαβαίνουν τί δύσκολο πού εναι...
Λίγες ο κουβέντες του, συνήθως μίλητος. Μετρημένος καί προσεκτικός, ποτέ δέν νομίζω νά μάλωσε  νά προσέβαλε κανέναν. κενο πού τόν χαρακτήριζε πάντως ταν  περβολική πλότητα! Μά τόσο πλός πού λεγες μήπως σέ...κοροϊδεύει! 
Μιά μέρα πήγαμε στό κελλί του νά τόν πισκεφθομε μέ ναν λλον δελφό. Κατεβήκαμε να δρομάκι στριφτό καί ξάφνου κούσαμε τή χαρακτηριστική φωνή του: «Σιγά μή μο χαλάσετε τόν κπο!» Κοίταξα δεξιά –ριστερά....πού εναι  κπος; Καί κατάλαβα! Μέσα στό μονοπάτι εχε ρίξει  ελογημένος κουκιά τά ποα-παραδόξως-φύτρωσαν καί εχαν βγε κάτι...χαμένα κουκάκια, πού οτε τβλεπες. ...κπος! Τά τρωγε δέ πάντα μά.
ταν φτάσαμε στό κελλί του ψάξαμε νά τόν βρομε, καλά, πό πού ρθε  φωνή του; Τελικά τόν νακαλύψαμε μέσα σέ μιά τρύπα στή γ (!) πού εχε σκάψει καί ξάπλωνε μέ τά πόδια λίγο ψηλότερα γιατί εχε φλεβίτη, πλέκοντας βέβαια πάντα κομποσχονι.
-Τί κάνεις δώ γέροντα;
-Ε, νά κάθομαι δώ πού χει δροσιά....Καλώς λθατε! Νά σς κεράσω....
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί μπκε στό καλύβι του. Μετά πό λίγο γύρισε κρατώντας να (θλιο) πλαστικό μπώλ μέ κάτι λουκούμια , πού, πως συμπέρανα σέ λίγο πού προσπάθησα νά δαγκώσω να, πρέπει νά τά εχερκετές...δεκαετίες.
-ραα! Τώρα νεράκι...
Μπκε πάλι μέσα καί γύρισε κρατώντας κάτι κονσερβοκούτια πό καλαμάρια πού παλαιά μς διναν «τράνζιτα» (φορολόγητα) καί τά λέγαμε «Πορτόλες» γιατί  μάρκα λεγόταν «Πορτόλα». Στό πλάι το καλυβιο του πρχε να λάστιχο, τό ξεβίδωσε στήν νωση καί τρεξε νερό. Ξέπλυνε τά κονσερβοκουτάκια καί βαλε φρέσκο νεράκι νά μς κεράσει. 
-ρίστε! Καλώς λθατε πατέρες μου!
Κοίταξα μιά τό κουτάκι καί μιά τόν δελφό πού πήγαμε μαζί...Μέσα στό κουτάκι πρχε να στρμα καθορίστου χρώματος στόν πτο καί τά τοιχώματα μέχρι να ψος...  δελφός χαμογέλασε καί τό πιε λέγοντας «τό κέρασμα τςρήμου ελογημένε!». γώ δέν τά κατάφερα, τό μολογ! Τό χυσα δίπλα μέ τρόπο...
Πώς ζοσε κε  ελογημένος, γέρος νθρωπος... Μέσα τό καλυβάκι του δέν εχε σκεπή παρά μόνο στήν μία πλευρά,  λλη πλευρά ταν κτεθειμένη στή βροχή. 
-Καλά, τί κάνεις γέροντα ταν βρέχει;
λογημένε, τό χω τό κρεβάτι μου πό τήν λλη μεριά, δέν βλέπεις;
Τό καλομενο «κρεβάτι», να ξύλινο κατασκεύασμα στό...ταβάνι σχεδόν κολλητό, γιά νά τό πιάνει  ζέστη, πωςλεγε  καλοκάγαθος γέρων. σο γιά ζέστη... μιά σόμπα μικρο μεγέθους πού γέμιζε πό πάνω. Γιά νά βάλει τά μεγάλα ξύλα μέσα τά σκέπαζε μέ ναν...γκαζοντενεκέ γιά νά μεγαλώσει  χρος τς σόμπας! λεγες βέβαια καλύτερα πού δέν χει σκεπή τό καλύβι γιατί σίγουρα θά εχε σκάσει πό τούς καπνούς  γερο Χαράλαμπος...
Τό γοστο εναι πού ταν καί ... φευρετικός λλά καί πρωτοπορειακός! ταν  πρτος πού γόρασελυσοπρίονο στό ρος. Καί πειδή το επαν νά προσέχει μήπως βρε  λυσίδα καί τιναχθε καί τόν κόψει τί μηχανεύθηκε; πιασε καί φόρεσε στά χέρια καί πόδια του...μπουριά πό σόμπες καί δυό φύλλα λαμαρίνας στό στθος καί τήν πλάτη. Σάν τόν .....Ρόμποκοπ ταν!
Μιά φορά νας προσκυνητής το χάρισε μιά χύτρα ταχύτητος. Τήν πρε λοιπόν  μακάριος γέροντας νά μαγειρέψει, λλά τήν βαλε πάνω στήν φωτιά μέ τά ξύλα, μέ ποτέλεσμα νά καε μέσως τό λάστιχο γύρω-γύρω καί νά λειτουργε σάν...κανονική κατσαρόλα.
ταν μενε στήν Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στό Κυριακό γιά τήν λειτουργία τς Κυριακς. Παλιά δένναβαν σόμπες στούς Ναούς στό γιον ρος. Ατός  καϋμένος κρύωνε καί πειδή δέν ντεχε τόσες ρες, τυλιγόταν πάνω πό τό ράσο μέ μιά...κουβέρτα, χωρίς νά νδιαφέρεται πού τόν βλεπαν ο λλοι μοναχοί καί προσκυνητές, μέποτέλεσμα νά το βγάλουν τό παρατσοκλι «ββς Σινδόνιος».
 πιό ξιομνημόνευτη μως στορία του ταν ταν το ζήτησε νας μοναχός τό κελλί πού εχε καί μενε δίπλα στό Πρωττο, στίς Καρυές. μέσως δέχθηκε νά το τό δώσει ν ταν δη γέρος καί δευε στά γδόντα. Το τό παρέδωσε καί πγε νά μείνει σέ να πομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στήν ρημο τς Καψάλας. να πρωϊνό στήν πλατεία τν Καρυν κούστηκε νας παρατεταμένος θόρυβος σάν νά κυλοσαν ντετζερέδες...Βγαίνουν ξω πό τά καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες καί προσκυνητές καί τί νά δον!  γεροΧαράλαμπος, παθέστατος πλεκε κομποσχοίνι, χοντας δέσει στήν μέση του να σχοινί πού τραβοσε πίσω του λη του τήν πραμάτεια! Μιά κατσαρόλα, πιό πίσω να μπρίκι, μετά τό κουτί μέ τίς χάντρες γιά τά κομποσχοίνια, να σκαλιστήρι καί πει λέγοντας....
σα χρήματα βγαζε πό τά κομποσχοίνια συνήθως τά μοίραζε, ετε σέ μοναχούς πού δυσκολεύονταν ετε στά παιδάκια τς θωνιάδος Σχολς...
πό τήν πολλή του πλότητα παρεσύρθη κάποτε καί κολούθησε τούς ζηλωτές λλά κατάλαβε τό λάθος του καίπέστρεψε στήν κκλησία. 
Στό τέλος τς ζως του γηροκομήθηκε πό τούς καλούς πατέρες τς Μονς Σταυρονικήτα, πό που καίνεχώρησε γιά τόν ορανό τό 1998.
Χάσαμε ναν παλαιό γιορείτη, γνήσιο κφραστή τς γιοπατερικς παραδόσεως το «λάθε βιώσας». γνωστος μεταξύ πάντων, μέ χαρά καί χαμόγελο βίωνε τήν πλότητα τς λλης βιοτς.... Νχουμε τήν εχή του....
(Στήν φωτογραφία  μακαρίτης γεροΧαράλαμπος ξαφνιασμένος πό τόν φακό το π. Χαρίτωνος Λαυριώτου)


Ο κομποσχοινάς Χαραλαμπάς
...Το κελλί των ως ανωτέρω βιβλιοπωλών Γερόντων αφού έμεινε έπ' αρκετά χρόνια δυστυχώς ερημωμένο, εδόθη υπό της κυριάρχου Ι. Μονής Βατοπαιδίου προς εγκατάσταση στον συνήθως από τόπου σε τόπο μετακινούμενο απλούστατο στους τρόπους, αγαθό στις προθέσεις, γαλήνιο στον χαρακτήρα, αγωνιζόμενο στον να κρατή καθαρούς τους λογισμούς και να επαναλαμβάνει νοερώς και προφορικώς την ευχή του Ονόματος του Κυρίου, και πολύ διδακτικό για εκείνους πού θα τον εντόπιζαν κάπου και θα ζητούσαν συμβουλές για θέματα πνευματικής ζωής και καταστάσεως, Γέροντα Χαράλαμπο (Χιώτης Βασίλειος του Στυλιανού εκ Βρυούλων Μ. Ασίας, έτ. γεν. 1914, προσελ. 1937, κουρ. 1943, κοιμ. 18-2-1998), τον επικαλούμενο Κομποσχοινά εκ του βιοποριστικού κατά τα τελευταία έτη του εργόχειρου, και Χαραλαμπά, εκ της μεγαλοσωμίας και ρωμαλαιότητός του.
Τον είχα γνωρίσει και συναναστραφεί στο Κυριακό της Κουτλουμουσιανής Σκήτης κατά την δεκαετία του 1950, τότε πού ήταν περιζήτητος από τούς γεροντάδες των Καρυώτικων κελλιών και από τούς προϊσταμένους των γειτονικών Μοναστηριών για βαρειομεταφορές και επειδή αθύρματα ήταν γι' αυτόν στα χέρια του κασμάδες, τσάπες και δικέλλια και σε «αλοιφή» μετέβαλλε μ' αυτά χερσότοπους, αμπελοπλαγιές και περιβόλια. Ακόμα και πέρα απ' τα εβδομήντα του όλως ευθυτενής περιφερόταν και κανένας δεν παραξενευόταν όταν τον έβλεπε να βαδίζει σηκώνοντας στις πελώριες πλάτες του γερά στερεωμένα με σχοινιά μεγάλα σε βάρος και όγκο φορτία, και συγχρόνως να πλέκει κομποσκοίνια και να επικαλείται για την σωτηρία του τον Όνομα του Κυρίου Ιησού.
Δύσκολα τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και της προσφυγιάς και ανάλογα τα του πολέμου του '40 και της Γερμανικής κατοχής. Δεν ευμοίρισε να μορφωθή, να σπουδάση, και νομίζω πώς ποτέ του δεν έπαιξε σε σχολοαυλές, ούτε κάθισε σε μα­θητικά θρανία. Η συνδιαγωγή του όμως με πεπειραμένους αγιορείτες πατέρες και η προσφοίτησίς του σε περιβάλλοντα πνευματικών πατέρων, καθώς και ή κατ' ιδίαν ανάγνωσις και μελέτη ιερών κειμένων και άλλων βοηθητικών βιβλίων, μαζί με την ευκτική διάθεση και την όλη προσπάθειά του τον κατέστησαν καλό, ικανό, ανεπιτήδευτο και αφανή αγιορείτη συμβουλάτορα και χαριτωμένο συνομιλητή. Τον παρεκάλεσα και ερχόταν στην Άθωνιάδα, ώστε απ' αυτόν να αγοράζουν οι μαθηταί κομποσκοίνια και για να ακούνε λόγο αγαθό. Χαρούμενος και οικοδομημένος αισθανόμουν κι' εγώ κάθε φορά πού τελείωνα μια συζήτηση μαζί του.
Από το βιβλίο Πρόσωπα και Δρώμενα στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου



Γερο Χαράλαμπος Κομποσχοινάς: «Μεγάλο πράγμα είναι η ευχή»
Ο γερό-Χαράλαμπος ό Κομποσχοινάς διηγήθηκε: «Ήταν μία γριούλα στην Μικρά Ασία με μία θαυματουργή εικόνα. Θεράπευε Τούρκους και Χριστιανούς. Στον πόλεμο του '22 αυτή πήρε την εικόνα- ενώ, λοιπόν, σκότωναν οι Τούρκοι, αυτήν δεν την έβλεπαν και ήρθε στην Αθήνα. Με το μύρο πού έβγαζε ή εικόνα θεράπευσε άρρωστο».
Διηγήθηκε άλλη φορά: «Κατά τον χειμώνα του 1943 στην Αθήνα, όπου διέμενα ως λαϊκός, υπήρχε μεγάλη στέρηση των αναγκαίων και σε συνδυασμό με τον βαρύ χειμώνα πολύς κόσμος πέθαινε. Εκείνη την εποχή συνήθιζα να επισκέπτομαι αυτήν την πολύ ευλαβή καλογριά, ή όποια είχε στο σπίτι της την παλιά εικόνα της Παναγίας από την Μικρά Ασία.
Ή εικόνα αυτή έφερε επάνω της πολλά παλαιά τάματα, μερικά εκ των όποιων ήσαν πολύτιμα. Καθώς λοιπόν στενοχωρούμεθα από την έλλειψη τροφών, μία ημέρα της λέω: «Βρε Μαρία, δεν πουλάς το μάλαμα από την εικόνα να αγοράσουμε τίποτα να φάμε;"» Αυτή απάντησε: «"Τό μάλαμα αυτό είναι της Παναγίας και δεν μπορώ να το πειράξω. "Αν ήθελε ή Παναγία να μας το δώσει θα μας το έδινε"». Μόλις όμως είπε αυτά τα λόγια ένα χρυσό βραχιόλι από τα τάματα της εικόνος σηκώθηκε μόνο του από την εικόνα και κόλλησε στο τζάμι της σαν να ήθελε να βγει έξω από το προσκυνητάρι. Αυτό το θεώρησε πώς ήταν σημάδι από την Παναγία. Πούλησε το βραχιόλι και αγοράσαμε τρόφιμα, με τα οποία βγάλαμε εκείνο τον δύσκολο χειμώνα».
Όταν έγινε μοναχός στο Καλύβι της Παναγίας Καζάνσκας στην Καψάλα αγωνιζόταν πολύ. Ήταν πανύψηλος και γεροδεμένος. Του είπε κάποιος Χανιώτης μοναχός ότι κάνει 3.000 μετάνοιες την ώρα και προσπάθησε να τον μιμηθεί και ό ίδιος αλλά έπαθε πτώση στομάχου. Έλεγε όταν γήρασε: «Έκανα αδιακρισία. Ό Θεός δεν τα θέλει αυτά».
Έλεγε: «Μεγάλο πράγμα είναι ή ευχή. Κάθε φορά που λέμε "Κύριε Ιησού Χριστέ..." είναι σαν να λέμε "μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου"».
Έπλεκε όλη μέρα κομποσκοίνι λέγοντας την ευχή. Το καλοκαίρι έβγαινε και ξάπλωνε στην αυλή μέσα σε έναν λάκκο πού είχε σκάψει ό ίδιος για να τον ζεσταίνει ό ήλιος. Από κει του βγήκε και το παρατσούκλι «εν τω λάκκω». Παρά την ηλικία του, υπέργηρος ων, περιποιόταν τον κήπο με πολύ κόπο, καθώς μάλιστα είχε και μία κήλη μεγάλη σαν πορτοκάλι, πού τον ταλαιπωρούσε και πού την έδενε με ένα κομμάτι ράσο. Πέραν τούτου είχε καμπουριάσει από την πολύχρονη άσκηση, γι' αυτό και ή κάθε του κίνηση ήταν εξαιρετικά επίπονη. Του πρότειναν να τον πάνε στο Νοσοκομείο για να κάνη εγχείρηση, καθώς ή κατάσταση του ήταν πολύ επικίνδυνη, αλλά αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας: «Δεν πειράζει, αυτός είναι ό κανόνας μου∙ αν θέλει ό Θεός, δεν παθαίνω τίποτα». Είχε 14 αρρώστιες, όπως έλεγε, και έμενε σ' ένα κελί ετοιμόρροπο πού έβαζε νερά όταν έβρεχε.
Κάποτε πήγε στον γερό-Χαράλαμπο ένας μοναχός νέος για να αγοράσει κομποσκοίνια. Εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε ό νέος μοναχός έναν μεγάλο πειρασμό και ήταν πολύ στενοχωρημένος. Όταν έφτασε λοιπόν στον γερό-Χαράλαμπο και του ζήτησε κομποσκοίνια εκείνος, αντί να τον στείλει μέσα στο καλύβι να του φέρει τον τενεκέ πού τα αποθήκευε, όπως έκανε συνήθως, σηκώθηκε με πολύ κόπο από τον λάκκο του και πήγαν μαζί μέσα. Μόλις μπήκαν, του είπε: «Ξέρεις, πάτερ μου, όταν ήμουν νέο καλογέρι στο Έσφιγμένου, ό δαίμονας μου δημιούργησε τον έξης πειρασμό». "Άρχισε τότε να περιγραφή ακριβώς την κατάσταση πού αντιμετώπιζε ό νέος, λες και ήταν αυτός στην θέση του, καθώς και να του δίνη οδηγίες για την αντιμετώπιση της. Στο τέλος, αφού τον παρακίνησε με πολλούς λόγους στον πνευματικό αγώνα, του είπε σοβαρά: «Όλα αυτά σου τα είπα, για να μην απογοητεύεσαι και να αγωνίζεσαι».
.Έλεγε: «Έρχονται πολλές φορές τα δαιμόνια εδώ πού κάθομαι και πλέκω κομποσκοίνι, να με πειράξουν. Τα σταυρώνω και φεύγουν. Αλλά δεν πάνε μακριά. Τα βλέπω πού κάθονται και περιμένουν πότε θα αμαρτήσω με τον λογισμό για να ξανάρθουν. Θέλει πολλή προσευχή, για να φύγουν μακριά τα δαιμόνια. Θέλει ταπείνωση. Αν ταπεινωθείς, γίνεσαι αμέσως σοφός».
«Να προσευχόμαστε για όλους, εκτός από τούς εχθρούς του Θεού, δηλαδή τούς αιρετικούς. Γι' αυτούς καλά είναι να λέμε: Αν θέλεις. Κύριε, φώτισε τους"».
 «Σε όσους δεν πιστεύουν δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ. "Ό γνούς και μή ποιήσας δαρήσεται πολλά"».
.......«Μία φορά στο Βατοπέδι πήγα να βγω έξω, αλλά θα χτυπούσα, γιατί ήταν βράδυ και δεν έβλεπα. Όποτε ξαφνικά φάνηκε μπροστά μου ένας νέος πού άστραφτε. Το φώς του μ' έκανε να δώ ότι μπροστά μου ήταν κενό και θα έπεφτα. Αυτός ήταν ό άγιος Ευδόκιμος, όπως μου είπαν, μετά εξαφανίστηκε».
Ό γερό-Χαράλαμπος ζούσε απλά, ασκητικά με την ευχή και την ψαλμωδία στο στόμα. Ήταν ειρηνικός και έδινε πολύ καλές συμβουλές, πρακτικές και πνευματικές. Ενώ έκανε όλα τα ανωτέρω, δεν σταματούσαν τα χέρια του να πλέκουν κομποσκοίνι. Είχε μάθει να πλέκει και τη νύχτα χωρίς φώς.
Όταν έμενε στον Άγιο Χαράλαμπο στις Καρυές, πάνω από το κρεβάτι του έσταζαν νερά, όταν έβρεχε. Έβαλε τάβλες κάτω από το ταβάνι και πάνω από την θέση του κρεβατιού και ένα νάιλον έτσι τα νερά κυλούσαν δίπλα.
"Έλεγε: «Ό μοναχός πρέπει να αρκουδίζει, (δηλαδή να περπατά με τα τέσσερα), από τη νηστεία».
Κάποιος νέος πήγε να αγοράσει ένα κατοστάρι κομποσκοίνι από τον γερό-Χαράλαμπο. Τον ρώτησε: «Για την αδελφή σου το θέλεις;». Πράγματι το ήθελε για την αδελφή του. Πρόσθεσε: «Να βάλω στην φούντα κόκκινο νήμα, πού είναι το χρώμα της παρθενίας, γιατί θα γίνει καλογριά». Και όντως έγινε μοναχή μετά από λίγα χρόνια.
«Ό Θεός λέει, "θα   εξολοθρεύσω    πάντας τούς εργαζομένους την άνομίαν".   Αλλά   πέφτουν (γονατίζουν) οι Άγιοι  και  λένε  "και μείς αμαρτωλοί είμαστε, συγχώρεσε μας. Κύριε μας", και σταματάει την οργή Του ό Θεός».
«Άμα εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου, τα χάνει ό δαίμονας τα αμαρτήματα και να θέλει δεν μπορεί να πει τίποτε. Διαλύονται οι αμαρτίες, δηλαδή τις συγχωρεί ό Θεός. Αλλά να εξομολογηθείς με αγνότητα, όχι να εξομολογηθείς και να μη βγαίνεις από το δικό σου. 
Αυτοί λέγονται "πονηρευόμενοι" και" οι πονηρευόμενοι εξολοθρευθήσονται", λέει. Με ειλικρίνεια να εξομολογήσθε. Σκέψου ότι τα λες στον Χριστό». 
 «Να λέμε την ευχή, αυτή διώχνει τον πειρασμό. Τότε αδυνατεί ό σατανάς. Ή ευχή τον τρώει σαν το ροκάνι, τον καταστρέφει. Μας πολεμά ό εχθρός, όταν το επιτρέπει ό Θεός. Και όσο ζούμε, μέχρι να βγει ή ψυχή μας, θα τον πολεμούμε και μείς. Τότε, όταν τον νικήσουμε και δεν κάνουμε το θέλημα του, θα μάς πάρει στα δεξιά του ό Θεός, στην βασιλεία Του».
«Μέγα πράγμα έχουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με". Ή ευχή τα έχει όλα και σωτηρία ψυχής και υγεία σωματική και φώτιση και ευχαριστία. Να λέμε την ευχή».
«Ή προσευχή χωρίς μετεωρισμούς είναι των τελείων. Ό καλόγερος να κάνη 33 κομποσκοίνια (εκατοστάρια για την ακολουθία του) και να μην τον μέλλη. Ας τον πειράζει με λογισμούς ό διάβολος. Αυτός να συμμαζώνει το νου του. Κάποτε ό Μ. Βασίλειος έταξε μία σκούφια λίρες σε όποιον παπά θα κάνει μία Λειτουργία χωρίς λογισμούς. Πράγματι ένας παπάς κατάφερε μέχρι να τελείωση να κράτηση το νου του καθαρό από λογισμούς. Μετά, λίγο πριν τελείωση, τού ήρθε στο νου του ή σκούφια με τις λίρες και έτσι τις έχασε».
«Θέλει ταπείνωση ό Θεός. Όσες αρετές και αν κάνουμε και μάς ρωτήσουν, πώς πάει ή πνευματική ζωή, να λέμε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι. Άμα πεις καλά είμαι στην πνευματική ζωή τάχασες όλα. Είναι υπερηφάνεια. Γι' αυτό λέει στις Ώρες "ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν", δεν κάθομαι λέει στων υπερήφανων τον οίκον». 
«Για την σωτηρία της ψυχής μας πρέπει να κάνουμε το νόμο του Θεού, να πάμε στην Εκκλησία μας, να συγχωρούμε τον πλησίον σε ότι μας έφταιξε. Επομένως, το παν είναι τα καλά έργα και ή πίστη. Μην απελπιζόμαστε. Ή απελπισία είναι διάβολος».
«Εν τω ονόματι Ιησού φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται. Εν τω ονόματι Ιησού στην Δευτέρα Παρουσία παν γόνυ κάμψει. Και μερικοί πλανεμένοι λένε: "Τί θα προσκυνήσουμε το όνομα;". Ό Απόστολος Παύλος εννοεί Ότι θα προσκυνήσουμε τον Χριστό, όχι το όνομα. Δεν χωρίζεται ό Χριστός από το όνομα Του, ό ίδιος είναι. Με το όνομα Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα».
«Μία μέρα έκανα κάτι κουτσοδούλια εδώ πέρα, έπεσα και χτύπησα στο πόδι. Μέρα ήταν και μόλις σηκώθηκα βλέπω κάποιον να με χαμογελάη. "Τί θέλεις εδώ;" του λέω, και δεν μιλάει. "Ποιος είσαι;" τον ξαναρωτώ, και μόλις πήγα να σηκώσω το χέρι να τον σταυρώσω, έγινε άφαντος. "Κοπρόσκυλο", λέω στον διάβολο, "εσύ ήσουν που με έριξες κάτω;"».
 «Τον είδα σαν θηρίο, σαν αράχνη, με τα μάτια μου, όχι όνειρα, και παρακάλεσα τον Θεό να με στερέωση στην πίστη».
«Αφήνουμε τα θεολογικά, εμείς λέμε τα πρακτικά. Είδα κάποτε σε αγρυπνία στο Κουτλουμουσι τον Άγιο της ημέρας ντυμένο με διακονικά άμφια τρεις φορές βγήκε από το ιερό και χάθηκε. Αφού κοινώνησα, περίμενα να δώ τον διάκο να κάνη κατάλυση, δεν είδα. Ρώτησα και μου είπαν ότι δεν υπάρχει διάκος».
«Ό Θεός χαίρεται, όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας». 



Θαυμαστά γεγονότα με τον Γέροντα Χαράλαμπο Κομποσχοινά

http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου