Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

λλη πιστολή, χρονολόγητη.



          …Προσεύχου  συνεχς καί  ξομολογο καθαρς  καί  μεταλάμβανε  μετά  φόβου  καί  τρόμου, γάπης  καί ελαβείας  καί  πίστεως  θερμς  καί διστάκτου, τό  πανάγιον  Σμα  καί Αμα  το  Κυρίου. ναγίνωσκε  μετά προσοχς  βίους  γίων  καί  ερά  συγγράμματα  ατν. Φύλαττε  τήν  γλσσαν  σου  καί  τήν  κοήν, τήν  μέν  να μή  λαλ, τήν  δέ  να  μή  κού,  σα    Θεός  ποστρέφεται, μισε  καί  παγορεύει. χε  σεμνόν  τό  σχμα, τό βάδισμα  καί  τό  νδυμα. πεχε  τν  σατανικν  θεωριν  τν  θεάτρων, χορν  καί σμάτων. χε  τό  βλέμμα ρεμον, γνόν  καί  ταπεινόν, τά χείλη  γνά, τάς  χερας  μώμους, τήν  καρδίαν  εσυμπά-θητον, τά  διανοήματα γνά, τόν  τρόπον  εγεν  καί  την  ψυχήν  γαθήν  καί  γαληναίαν. Λάλει  τήν  λήθειαν, ποστρέφου  τό  ψεδος, γάπα  καί  περιποιο  τήν  γεννησαμένην  σε, κόσμει αυτήν  διά  τς  σεμνότητος  καί  παρθενίας  καί  παντός  ργου καί λόγου  γαθο. Μή πίστευε  πατηλάς  ποσχέσεις. Μή  χε  λληλογραφίαν  μέ  πρόσωπα  ποσχόμενά  σοι πολλά καλά, οδέν  δέ  κτελοντα, να  μή    λύπη  αξήσ  σου  καί  σεαυτήν  μεγάλως  βλάψς.
κουε, τέκνον  μου  γαπητόν, το  γαπντος  σε  διά  τόν  Κύριον ς  διον  μέλος  καί  φύλαττε  ς  κόρην φθαλμο  σου  τάς  συμβουλάς  μου  καί  πόσχομαί  σοι  νά  ερς  δι’ ατν  ερήνην  καί  φέλειαν  μεγάλην  καί τέλος  νά  πολαύσς  ζωήν  αώνιον, χαράν  καί  βασιλείαν.
πιθυμ  νά  μάθω  διά  χειρός  σου  περί  τς  γείας  σου  καί  τς  καταστάσεώς  σου.   χάρις  το Κυρίου μν  ησο  Χριστο  νά  σέ διαφυλάττ, κυβερν, νισχύ  καί  φωτίζ να  ποις  τό  θέλημά  Του  τό  γιον  καί λυτρών  πάντοτε  πό  τάς παγίδας  το  δολίου  δράκοντος, μήν.
  εχόμενος, ελογν, γαπν  καί  σπαζόμενος  μς  πό  ψυχς, ταπεινός  καί λάχιστος Πνευματικός, + ερώνυμος ερομόναχος, πρ. γιοπαυλίτης.
Ἐπιστολή  τῆς 21ης Μαρτίου  1921.
ν  τ ερ  Μον Σιμωνόπετρας, Μαρτίου 21η 1921, γιον ρος  θω.
ερώνυμος,  δολος  νάξιος  ησο  Χριστο, τ  ξιοτίμ  καί ελαβεστάτ Δεσποινίδι, μ  δέ  γαπητ  ν Κυρί ησο  πνευματικ  θυγατρί, σεμνοτάτη  νδρομάχη  καί  τ  ελαβεστάτ  ατς  μητρί, χάρις, ερήνη, πομονή, γεία καί  σωτηρία  παρά  Θεο  Πατρός  καί  Κυρίου  μν  ησο  Χριστο  καί  γίου  Πνεύματος, μήν.
Τέκνον  μου  ν  Κυρί  γαπητόν, λαβον  τάς  ραίας  σου  πιστολάς  καί  χάρην  διά  τήν  γείαν  σου,  τι μλλον  δέ χάρην, δών  σου  τήν  πρός  μέ  τόν  ταπεινόν  ελάβειαν  καί  φοσίωσιν. λυπήθην  δέ  οκ  λίγον καί  τι  λυπομαι, μαθών τι    μή  ν  Κυρί γαπητή  καί  κλεκτή  θυγάτηρ, ερίσκεται  ν  λύπ, θυμί, πικρί καί  λογισμν νοχλήσει  καί  ν  στενοχωρί  μεγάλη, διά  οκογενειακά  τινά.
Τέκνον  μου  σοί επον  καί  πάλιν  πατρικς  σοί  λέγω, λπιζε  καί  πίστευε  διστάκτως  ες  τόν  δυνάμενον τά  πάντα. Πίστευε,  τι  σέ  γαπ  καί  προνοε  πέρ  σο. Πίστευε,  τι  σα  σοί  δίδει  καί  σα  παντς  ες  τήν δόν  τς  προσκαίρου  ταύτης  διαβάσεως, λα  σοι  φέλειαν  πνευματικήν προξενοσι…
Ατία, τέκνον  μου, που  δέν σοί  γραψα  ταχέως, φ’ ο  λαβον τάς  υϊκάς  καί  δελφικάς  σου πιστολάς, εναι    ξς: Κατά  διαταγήν τς  ερς  Κοινότητος, περιοδεύω πί  20  μέρας  τό  γιον  ρος, μέ  τήν  γίαν χερα  τς  γίας  Μυροφόρου  Μαρίας  τς  Μαλδαληνς, τις  εναι  τεθησαυρισμένη  ες  τήν  εράν  Μονήν Σιμωνόπετρας. Περιοδεύω  λέγω, ψάλλων  γιασμούς  καί  Παρακλήσεις,  πέρ  νισχύσεως, σωτηρίας  καί διαφυλάξεως το  λληνικο  μν θνους  καί  Στρατο  καί  πέρ  το  καταπεμφθναι  δωρ  τ  διψωσει  γ, τήν  τελευτααν  δέ  πιστολήν  λαβον  ες Καρυάς, πρωτεύουσσαν  το  γίου  ρους, τε  κε  ψαλλον  γιασμόν.
Λοιπόν  μή, τέκνον  μου, μή  στενοχωρο  άν κάποτε  δέν  σς  παντ  γκαίρως, διότι  τόση  εναι   πνευματική  μου  ργασία, στε μόλις  μο  μένουν 4  ρες  τό  μερονύκτιον  ες  τήν  διάθεσίν  μου. γώ  γάρ, τέκνον  μου, χω  τήν  διάθεσιν  οχί  παξ  μόνον  το  μηνός  νά σοί  γράφω, λλ’ ν μοί  το  δυνατόν  καί δωδεκάκις  τς  μέρας, διότι  γνωρίζω  ποίαν  φέλειαν  πνευματικήν  καί  μες  καί  γώ  κ  τούτου  λαμβάνομεν. μες  μως, τέκνον  μου, μή παύς  νά  μοί γράφς  συνεχς  καί  νά  μοί φανερώνς  τά  τς  γείας  καί καταστάσεώς  σου.
Τατα  ν  μεγίστ  βί  καί  πατρική  στοργή  και  γάπη. Πρόσφερε  τάς  εχάς  καί  ελογίας  μου  ες  τήν γαθήν  σου  μητέρα  καί  ες  τούς  λοιπούς  συγγενες  καί γνωστούς  σας.
  εχόμενος, ελογν  καί  γαπν  μς, ταπεινός  καί  λάχιστος  Πνευματικός, + ερώνυμος ερομόναχος, πρ. γιοπαυλίτης.
Ἐπιστολή  τῆς 5ης Σεπτεμβρίου  1921.
ν  τ  ερ Σκήτ Μονς  Κουτλουμουσίου  γίου  Παντελεήμονος, Σεπτεμβρίου  5η  1921.
ξιότιμε  Δεσποινίς Κυρία  νδρομάχη  σύν τ  μητρί  μν  καί  συνεργάτιδας, χαίρετε  ν  Κυρί  ησο, ες ν  καί δέομαι  πό  κέντρου  ψυχς  καί  καρδίας, πως  μς  τά  λίαν  μοι  γαπητά  πνευματικά  τέκνα  περισκέπ, δηγ  καί  φωτίζ  εί  καί  νισχύ  ες  τήν  ργασίαν  τν  ργων  τς  ρετς.
Τέκνον  μου ελαβέστατον, λαβον σμένως  τό  γράμμα  τς  σς  γάπης  καί  νέγνωσα  ατό  μετά πνευματικς  γαλλιάσεως. Ηχαρίστησα  θερμς  τόν  Κύριον, διότι  μαθον  πς  γιαίνεις  καί  διότι  διατηρες ζσαν καί  κμάζουσαν  τήν  πρός  μέ  τόν  λάχιστον  Πνευματικόν  σου  γάπην, ελάβειαν  καί  φοσίωσιν. κάστη  πιστολή  σου, γαπητή  θύγατερ, αξάνει  τήν  πρός  σέ  μου  γνν  γάπην. Μεγάλως  μέ  συνεκίνησεν, τέκνον  μου  χαριτωμένον, καί  ες  τό  σώτερον  εσλθες  τς  καρδίας  μου  καί  ν  ατ  σύν  τος  γονες  μου  τό καλόν  σου  νομα  μέ  χρυσά  νεχάραξα γράμματα, διά  τήν  γαθήν  σου  διάθεσιν.
 Εχαριστ, τέκνον  μου, διά  τήν  πρός  μέ  σου  γαθήν  προαίρεσιν. Εχαριστ, πίστευε, τι  μέ  πηρέτησες ες  τήν  σθένειάν  μου  καί  διά  τό  μέγα  καλόν  τς  πρός  μέ  σου  πηρεσίας. μισθαποδότης τν  καλν ποδόσ  σοι  ν  καιρ  τ  δέοντι, διότι  γώ δι’ οδενός  τρόπου  τήν  λαχίστην  νταμοιβήν  δύναμαι  νά  σοί προσφέρω.
Τέκνον  μου  ξιαγάπητον, χρήματα  δέν  θέλω, άν  θέλς  νά  μέ  λυπήσς  πρξε  τοτο. γώ  μόνον  τήν πνευματικήν  φέλειαν  καί  τήν  γνήν  γάπην πιδιώκω, ζητ  καί  πιθυμ, παρ’ ν  γαπ. Τοτο  μοί  εναι πλοτος, δόξα, χαρά, εχή  καί  πιθυμία, νά  ζήσω  ν  τ  παρόντι  ματαί  κόσμ  πένης  καί  φανής  διά  Χριστόν καί  διά  τήν  φέλειαν  το  πλησίον  μου, νά  θυσιάσω  καί  γείαν  καί  ζωήν.   μόνη  μου  εχή,   μόνη  μου πιθυμία,   μόνος  μου  πόθος, εναι  να  κερδίσω Χριστόν  καί να  δω  καί  μς  τά  πνευματικά  μου  τέκνα, σύν τος  λοιπος  ρθοδόξοις  Χριστιανος, νδον  τς  Ορανίου  Βασιλείας  καί  κληρονόμους  ατς. Τούτου νεκα  καί πρός  σέ  καί  πρός τά  λλα  μου  γράφω τέκνα (ν  καί  τό  γράφειν βλάβην  μοί προξενε  ες  τούς  σωματικούς φθαλμούς), λλά  ς  φελήσωμεν  τόν  πλησίον, ς  κερδίσωμεν  τόν  γλυκύτατόν  μας ησον Χριστόν  καί  ς πωλέσωμεν  τό  φς  τό  ποον  ν  καί  τώρα  δέν  πωλεσθ, ες  τήν  ραν  το  θανάτου  θά  σβύσ.
Μένε, λοιπόν, τέκνον  μου, πιστή  ες  τήν  γάπην  το  γλυκυτάτου  μας  ησο  Χριστο. Ατόν  ν  πάσ  τ ζω  σου  λάτρευε, δόξαζε, πικαλο  καί  εχαρίστει. Φύλαττε  τήν  πρός  τόν  πλησίον  σου  γνήν  γάπην. Μνημόνευε πάντοτε,  τι  εμεθα διαβάται  ες τοτον  τόν  κόσμον  καί  πόμενε  εχαρίστως  τά  λυπηρά  το  βίου τούτου, παρέρχονται  γάρ. σχυε  ν  Χριστ, μή  μικροψυχς, νδρίζου  ν  τ πομον  καί τ  λπίδι  τς  αωνίου ζως, χαρς, δόξης  καί  τιμς. Χαρε, άν  πάσχς  διά  Χριστόν, διότι  σύν  Χριστ  θά  βασιλεύσς. Χαρε, τι   Χριστός  σέ  γαπ, διότι  ν  δέν  σέ  γάπα, δέν  θά  πρχες  ν  τ  ζω. Χαίρω  κγώ, τι  ξιώθην  παρά Χριστο  νά  εμαι  Πνευματικός  σου  Πατήρ.
Φύλαττε  τάς  Τετάρτας  καί  Παρασκευάς, διότι    καταλύων  ατάς  νευ  σθενείας, χει  κατάκρισιν  παρά Θεο. Τήν  Κυριακήν  καί  τάς  μεγάλας  ορτάς  μή  ργάζου, κτός  ν  εναι  μεγάλη  νάγκη  καί  τότε  φο πρτον  κούσς  τήν  Θείαν  Λειτουργίαν.
μματογυάλια  ταν  περάσ    ντώνιος, νά  τόν  δηγήσετε  που  χουν  τά  καλήτερα, νά  ζητήσ  δι’ λικίαν  55 τν, νά  πάρ  ν  ζεγος  πό  τά  πλέον  καλά, μέ  τά  ποα  νά  δύναταί  τις  νά  γράφ  καί  νά διαβάζ  πάντοτε  καί  νά  τά  φορ  χωρίς  νά  βλάπτονται  ο  φθαλμοί  του  καί  ατός  νά  τά  πληρώσ  καί  οχί σες, τέκνον  μου.
Τατα  ν  συντόμ. Πρόσφερε  τάς εχάς, ελογίας καί  εχαριστίας  ες  τά  γαπητά πνευματικά  μοι τέκνα συνεργατιδάς  σας, ες  τήν  γαθήν  σου  μητέραν  καί  ες  πάντας  τούς  οκείους  σας.
  εχόμενος, ελογν  καί  γαπν  μς, ταπεινός  καί λάχιστος Πνευματικός + ερώνυμος  ερομόναχος.
Ἐπιστολή  τῆς 21ης Ὀκτωβρίου  1921.
ν τ ερ Κουτλουμουσιαν Σκήτ γίου Παντελεήμονος.
κτωβρίου 21η 1921, γιον ρος θω.
ξιότιμε δ. νδρομάχη, σύν τας ξιοτίμοις κυρίες συναδέλφοις/ συνεργατρίαις  καί πσι  τος  οκίοις μν, Χαίρετε.
Τέκνα  μου  ν Κυρί ησο γαπητά  καί  περιπόθητα, διά  μέσου  τς  παρούσης  μου  πατρικς  πιστολς πισκέπτομαι  μς  καί  μετ’ εσχημοσύνης  καί  σεμνς  λαλις  προσφων  καί  πάλιν  ες  μς  τό  Χαίρετε  καί φο  ελογήσω  μς  διά  τς  ταπεινς  μου  δεξις  χειρός  καί  εχηθ  πό  ψυχς  καί  καρδίας  μς, ρν μν  τος  χαριτωμένοις  μου  γαπητος  τέκνοις, τι  λαβον τήν δαμαντοστόλιστον  καί  περιπόθητον  πιστολήν σας  καί  τά  συνοδεύοντα  ατήν  πολύτιμα  δρα  σας, δι’  οκ  χω λέξεις, οδέ  φράσεις  να  δεόντως  μς εχαριστήσω. ληθς  οδέν  μεζον, οτε  σον  γάπης  Εαγγελικς, διότι  που  γάπη  Εαγγελική  πάρχει,  κε ο  πενία  σχύει, οτε  νόσος, οτε  λλη  τις  θλίψις    βάσανος    πειρασμός  δύναται  νά  εσχωρήσ, κε  γάρ εναι    Κύριός  μας  ησος  Χριστός, καθώς    διος  φησί  τοτο  διά  το  παναγίου  Του  στόματος  ν  τ Εαγγελί. («που  εσί  δύο    τρες  συνηγμένοι  ν  τ  μ  νόματι, κε  εμί  καγώ  ν  μέσ  ατν»). που δέ, τέκνα  μου,  εναι    ησος  Χριστός, κε χαρά, ερήνη, μακροθυμία, πομονή, νεξικακία, πραότης, κράτεια, σωφροσύνη, χρηστοήθεια, σεμνότης, πίστις, λπίς, συμπάθεια, προσευχή, ελάβεια, γάπη  και  πν  γαθόν, διότι Ατός  εναι    δοτήρ  και    πηγή  παντός  γαθο  καί στις  λπίζει  π΄ Ατόν, οδέποτε  καταισχύνεται.
λπίσωμεν ον, τέκνα  μου  γαπητά,  ες  Ατόν  τόν  γλυκύτατόν  μας Σωτρα  καί  Θεόν  ησον Χριστόν. ς γαπήσωμεν  Ατόν  ξ  λης  μν  τς  ψυχς  καί  καρδίας. ς  δοξάζωμεν  Ατόν  καταπαύστως  καί  διά  τν ργων  καί  διά  τν  λόγων  καί  νθυμήσεων  μν. Ατός  γάρ  μς  ποίησεν  κ  το  μηδενός· Ατός  μς χορηγε  τά  πρός  τό  ζν  ναγκαα· Ατός  χαρίσατο  ες  μς  τούς φθαλμούς  να  βλέπωμεν, τήν  κοήν να κούωμεν, τήν  σφρησιν  να  ναπνέωμεν  καί  σφραινόμεθα, τά  χείλη, τήν  γλώτταν  καί  τό  στόμα να συννενοούμεθα  καί  λαλμεν  τά  δέοντα. Ατός, τέκνα  μου, χαρίσατό  μοι  τό  φς, ν πί  χρόνον  ρκετόν  οκ βλεπον. Ατός  μέ  χώρισεν  πό  τάς  πατρικάς  καί  μητρικάς  γκάλας, ες  τρυφεράν  λικίαν. Ατός  μέ  καμε νά  φήσω  γονες, δελφούς, συγγενες, φίλους,  πατριώτας, διδασκαλικόν  πάγγελμα  καί  μαθητάς,  ες  λικίαν  24 τν  καί  νά  λθω  ες  ταύτην  τήν  γαπητήν  καί σωτήριον  πνευματικήν  μου  πατρίδα γιον  ρος, ες  τό ραιότατον  Περιβόλι  τς  περενδόξου Παρθένου  Κυρίας  μας, γλυκυτάτης  Μαρίας  Θεοτόκου, ες    γυμνάζομαι τη  32  τά  σωτήρια  ργα  το  παρθενικο  βίου, μακράν  πάρχων  τέρψεων  ματαίων  καί  λικν  φροντίδων  καί σχέσεων.
Ατός, τέκνα  μου,  μέ  ψωσεν  τόν  νάξιον  ες  τήν  ψηλήν  περιωπήν  το ερατικο  ξιώματος. Ατός  μέ ποίησεν  Πνευματικόν Πατέρα  καί  μοί  δωκεν  τήν  ξουσίαν  το  δεσμεν  καί  λύειν  τάς  μαρτίας το  λαο. Ατός  μέ  φώτισεν  πρό νός  καί  μίσεως  τους  νά  κατέλθω  ες  θήνας, να  ψυχή  τις  σωθ, παρηγορηθ  καί νισχυθ  ες  τό  καλόν  καί προθυμοποιηθ  ες  τά  σωτήρεια τς  ρετς  ργα.  Ατός  δρα  ξ  θηναίων ελαβν  τέκνων  μοί πέμπει, ποδήματα να  ες  τό κελλάκι  μου  φορ (πως  τό  χαριτωμένον  μου  τέκνον νδρομάχη, χαριεντιζομένη, ξ ελαβείας  καί  γαθς  ψυχς  κινουμένη,  γράφει)  καί  διάφορα  εδη  τροφίμων, δι’   εχαριστ  πό  ψυχς  καί  καρδίας πρωτίστως  τόν  Κύριον  καί  Θεόν  μν  ησον  Χριστόν, τόν  δοτρα  καί χορηγόν  παντός  γαθο, καί  δεύτερον  κείνους  τούς  ποίους  Ατός  μεταχειρίζεται ς  ργανα, να  μέ  τόν πένητα  λεήσ. Ος  εχομαι νά  δω  κληρονόμους  τς  Ορανίου  Βασιλείας, δόξης, τιμς, χαρς  καί  ζως αωνίου. Εχομαι  να  κε  συναντηθμεν  καί  συζμεν  σφαλς, αωνίως  ρντες   εί  τόν  ραιότατον  μν Νυμφίον ησον  Χριστόν, τήν  ζωήν  τν  ζώντων, τήν  πηγήν  τν  γαθν, συνυμνοντες  καί  συνδοξολογοντες Ατόν μοθυμαδόν καί  κορέστως, ες  πάντας  τούς  αἰῶνας.
λλ’ να  τοτο, τέκνα  μου, τό  μέγα γαθόν  πιτύχωμεν, φείλομεν  νά  ζμεν  ν  τ  παρόντι  κόσμ  ς πάροικοι  καί  διαβάται· νά  νθυμούμεθα  πάντοτε, τι  λα  τά πράγματα  τούτου  το  κόσμου  εναι μάταια  καί πατηλά· τι  εμεθα  θνητοί, τι  εμεθα  διαβάται  ες  τοτον  τόν  φθαρτόν  κόσμον· τι πάρχει  κόλασις  αώνιος διά τούς  πράττοντας  τό  κακόν  καί  μή μετανοοντας· τι  πάρχει  ζωή  καί  χαρά  καί  δόξα  καί  τιμή  καί νάπαυσις  αώνιος,  διά  τούς  ργαζομένους  τό  γαθόν  καί  φυλάττοντας  τάς  ντολάς  το  Κυρίου. Πρέπει  νά πιστεύωμεν διστάκτως, τι    Θεός βοηθε  πάντοτε  τούς  ργαζομένους  τό  γαθόν  καί  τούς  λπίζοντας  π’ Ατόν  καί  τι  εναι  πανταχο  παρών  καί  τι  βλέπει  καί  γνωρίζει  κριβς  πάντα  μν  τά  ργα, κρυπτά  καί φανερά,  καί  λα  μν  τά  ρήματα  καί  διανοήματα  καί  λας  μν  τάς πιθυμίας  καί  κινήσεις. ταν  οτως πιστεύωμεν, θά  ζμεν  ναρέτως  καί  τς  αωνίου  ζως  καί  χαρς  θά  ξιωθμεν. Γένοιτο. μήν, Κύριε.
Τέκνον  μου, τό  τάξιμόν  σου  ες  τήν  γ. Παρασκευήν, πρέπει  νελλιπς νά  κπληρώσης, ν  δύνασαι  κατά συνέχειαν   κ  διαλειμάτων, τοτο  ποίησον· τουτέστι  φύλαττε  τήν  Τετάρτην  τς  μις  βδομάδος  καί  τήν Παρασκευήν  τς  τέρας  βδομάδος, ως  του  κπληρωθε    ριθμός  τς  νηστείας  που  ταξες. Νηστεία  μως τελεία, μόνον  τό  σπέρας  τς  μέρας  νά  σθίης  λίγον  ρτον  μέ λίγας  λαίας    χαλβν  καί  νά  πίνης  δωρ. άν  δέ  τοτο  δυνατες  νά  ποιήσης  διά  τόν  κόπον  τς  ργασίας, πίνε  τό  πρωΐ καφέν    τσάϊ, τι  συνηθίζεις, μέ  λίγον  βούτημα  ρτου· ναψε  δέ  μίαν  λαμπάδαν 2  δραχμν  ες  τήν  γίαν, διά  τήν  μέλειαν  που  δειξες ες  τήν  κπλήρωσιν  το  ταξίματός  σου. Τάς  μέρας  που  νηστεύεις  νά  ποις  καί  20  μετανοίας  ες  τήν  γ. Παρασκευήν  καί  γώ  δέ, σον  δύναμαι, θά  παρακαλέσω  τήν  γίαν  διά  σέ, τέκνον  μου· καί  σύ,  παρακαλ, παρακάλεσον  τόν  Κύριόν  μας  ησον  καί  τήν  Κυρίαν  μας  Θεοτόκον  καί  τήν  γ. Παρασκευήν,  νά  χαρίση  καί ες  μέ  τήν  γείαν  τν  φθαλμν  μου καί  τό  φς  ατν  καί  νά  σώση  τήν  μαρτωλήν  μου  ψυχήν.
Τατα  πάντα  γράφω  ες  σέ  καί  ες  πάντας  τούς  οκείους  σου  καί  συναδέλφους/συνεργατρίας  σου. Πάντας  μς  πατρικς  εχομαι, ελογ  καί δελφικς  σπάζομαι  καί  πό  καρδίας  εχαριστ  δι’ ν δεικνύεται  ενοιαν, φοσίωσιν  καί  ελάβειαν  πρός  μέ  τόν  φαν  καί  λάχιστον.
Εχόμενος, ελογν, σπαζόμενος  καί  εχαριστν  μς, ταπεινός  καί  λάχιστος  Πνευματικός,
+ ερώνυμος ερομόναχος, πρ. γιοπαυλίτης.
Ἐπιστολή  τῆς 26ης  Νοεμβρίου  1921
ν  τ  ερ Κουτλουμουσιαν  Σκήτ  γίου  Παντελεήμονος.
Νοεμβρίου 26η 1921, γιον ρος.
ξιότιμε  καί  ελαβεστάτη  δ. νδρομάχη, σύν  τ γαθ μητρί  σου  καί λοιπος  σου  συγγενες  καί  φίλοις, τέκνα  μου  λίαν  γαπητά  ν  Κυρί ησο, Χαίρετε.
λαβον, τέκνον μου ελαβέστατον, τήν χρυσοστόλιστόν σου  πιστολήν, νέγνωσα  ατήν  μετ’ νεκφράστου πνευματικς  χαρς  καί  γαλλιάσεως, δόξασα  καί  ηχαρίστησα  γκαρδίως  τόν Δοτρα  τν  γαθν  Κύριόν μας  ησον Χριστόν, διά  τήν  γείαν  μν  καί  διά  τήν  πρός  μέ  τόν  φαν  μεγάλην  σας  ελάβειαν, γάπην γνησίαν  καί ελικριν  φοσίωσιν. τι  δέ  μλλον  χάρην  μαθών  τόν  πόθον  μν, ν  ες  τάς γαθάς  σας καρδίας  ναψεν    θεος  ρως  καί    ερά  πιθυμία  τς  κληρονομίας  τν  αωνίων  ορανίων  γαθν.
Δέν  χω  λόγους, τέκνα  μου  γαπητά  ν  Κυρί, νά  σς  φανερώσω  τήν  χαράν  ν    ψυχή  μου σθάνθην, ταν  μαθον  τι πιθυμετε  νά  ζήσετε  μακράν  το  ματαίου  κόσμου, μετά  τινος  γιωτάτου  Πνευματικο  Πατρός, φ’ ο  καθηδηγούμεναι, ξιωθτε  τυχεν  τς  αωνίου  ζως, χαρς  καί  βασιλείας.   τέκνα  μου  γαθά, τοτο  μέ περευχαρίστησε, τοτο μοί κίνησε  τήν  γλώσσαν, να θερμάς  τ  Κυρί  ναπέμψω  εχαριστίας. Τοτο  τήν  πρός μς  μου  Εαγγελικήν  δολον γάπην  πλεόνασε  καί  μλλον   θερμοτέραν  καί  ζωηροτέραν  ποίησεν. Εχαριστ ον  τόν  πέρ  μν  καί μν  προνοοντα γαθοδότην  Οράνιον  μν  Πατέρα  καί  Θεόν  καί  πάλιν  καί πολλάκις  καί  μυριάκις  εχαριστ  καί  προσκυν  τήν  φατον  Ατο  γαθότητα, τι  ηδόκησεν  ο  λόγοι  μου νά  εσέλθουν  ες  τάς  τρυφεράς  καί  γαθάς  μν  καρδίας  καί  νά  νάψουν  ν  ατας  τό  πρ  τς  θείας γάπης  καί  τήν  πιθυμίαν  τς  πολαύσεως  οχί  τν  ματαίων  γαθν, λλά  τν  φθάρτων  καί  αωνίων.
 Εχομαι, τέκνα  μου, νά  αξάνεται  καθ’ κάστην  ες  τάς  καρδίας  σας    θεία  γάπη  καί    πιθυμία  τς κληρονομίας  τς  αωνίου  ζως, χαρς καί  βασιλείας. Εχομαι,  να ταν ναγνώσετε τήν  παροσαν  μου, πισκιάσει  μς    χάρις  το  Παναγίου  Πνεύματος καί  συγκινήσ  τάς  καρδίας  σας,  φέρ  δάκρυα  γάπης  ες τούς  φθαλμούς  σας,   ριζώσ  τόν  θεον  φόβον  ες  τάς  ψυχάς  σας  καί  φωτίση  τήν  διάνοιάν  σας  νά  δτε  καί ννοήσητε  καλς, τί  εναι    κόσμος  οτος  καί  τί  τά  γαθά  του, τί  περιμένει  τούς  δικαίους  μετά  θάνατον  καί τί  τούς  μαρτωλούς. Εχομαι  νά  ννοήσητε  πόσον  πιθυμ  τήν  σωτηρίαν  σας  καί  πόσον  χαίρομαι,  ταν μανθάνω  τι  διάγητε  σεμνς  καί  θεαρέστως.
Εχομαι να  ννοήσητε, τέκνα  μου, τι    πλοτος,   δόξα, τά  ξιώματα,   δονή,   τρυφή,   πολυτέλεια,  ποικιλότης  τν  βρωμάτων  καί  πομμάτων,   εωδία  τν  ρωμάτων,   ραιότης  το  σώματος,   νεότης  καί   νδρεία  καί  τά  λοιπά  φαινόμενα  γαθά  τούτου  το  βίου, εναι  ς  σκιά  καί  νύπνιον, εναι  οδέν, εναι  πλάνη, πάτη  καί  ματαιότης. Ποία  το  βίου  τρυφή  διαμένει  λύπης  μέτοχος; Ποία  δόξα  στηκεν  πί  γς  μετάθετος; Πάντα  εναι, τέκνα  μου, σκις  σθενέστερα, πάντα  νείρων  πατηλότερα. ς  νθος  γάρ  μαραίνεται  καί  ς ναρ  παρέρχεται  καί  διαλύεται  πς  νθρωπος. νθρωπος σεί χόρτος α  μέραι  ατο  καί  σεί  νθος  το γρο  οτως  ξανθίσει. Πάντες, τέκνα  μου, κλείπομεν, πάντες θνηξόμεθα, βασιλες  καί ρχοντες, κριταί  καί δυνάσται, πλούσιοι  καί  πένητες, νέοι  καί  γέροντες, ραοι  καί  δύσμορφοι, σοφοί  καί  σοφοι  καί  πσα  φύσις βροτν,   μέν  σήμερον,   δέ  αριον  καί   λλος  μετά  τατα.
Λοιπόν  χαίρω, τέκνα  μου, τι    Θεός σς  φώτισε  νά  ννοήσετε  τήν  ματαιότητα  πάντων  τν  το κόσμου  πραγμάτων  καί  νά  πιθυμήσητε  τήν  κληρονομίαν  τν  αωνίων  γαθν. Παρακαλετε  ον  τόν  Θεόν νά  οκονομήσ    χάρις  Του  ες  μς, κενο  τό  ποον  δύναται  νά σς βοηθήσ διά νά  πολαύσητε  περ πιθυμετε. Παρακαλ  θερμς  πέρ  τς  διατηρήσεως  το  φωτός, το  μλλον  αυτο  γαπντος  μς  καί  τήν σωτηρίαν  σας  πιθυμοντος, ταπεινο  καί μαρτωλο Πνευματικο  σας  Πατρός. Καί  ν  τοτο  γένηται, χαίρετε, τι Θεός  δι’ ατο θέλει  σς  χειραγωγήσ  καί  δηγήσ  ες  τό  καλόν.
Καθ’ ν  στιγμήν  μην  τοιμος  νά  κλείσω  τήν  πρός  μς  μου  ταύτην, λαβον  καί  τέράν  σας  πιστολήν, τις  τοσοτον  μέ  χαροποίησεν, στε δυνατ  καί  διά  λόγου  καί  διά  γραφίδος  νά  παραστήσω  μν  μικρόν τς  χαρς  μου  ταύτης. Πρτον  μέν χάρην, τι  καθ’ ν  στιγμήν  λαβον  την  πιστολήν  σας, ερέθη  τό  φς  μου ες  κατάστασιν  καλυτέραν  καί δυνάμην  νά  βλέπω, νά  γράφω  καί  ναγινώσκω. Δόξα  τ  οτως  εδοκίσαντι Θε  μν.
Δεύτερον  χάρην  δών  τήν  πρός  μέ  τόν  λάχιστον  Εαγγελικήν  σας  γάπην. Εδον, ναί, τήν  φιλελεήμονα γνώμην  σας, τό  εσυμπάθητον  τς  καρδίας  σας, τήν  γαθότητα  τς  ψυχς  σας  καί  τήν  κλίσιν  ν  χετε πρός τό  γαθόν  ποισαι.   γάρ  χρηματική  σας  πρός  με βοήθεια, γένετό  μοι  ατία  πειράκις  νά  εχαριστήσω  κ βάθους  καρδίας  καί  μετά  μεγάλης  συγκινήσεως  τόν  Δοτρα  τν  γαθν  καί  πέρ  μν  τν  λεησάντών  με νά  ναπέμψω  θερμάς  δεήσεις  πρός  τόν ψιστον Θεόν, μετά δακρυβρέκτων  φθαλμν.
θαύμασα, τέκνα  μου, διά  τήν  πρός  μς  το  Θεο  Πρόνοιαν. Εδον  καί  πάλιν, τι    Θεός  οκ γκαταλίπει  τούς  πί  τ  γί  Του  διστάκτως  λπίζοντας  νόματι. μακάρισα  μς, τι φάνητε κπληρωταί το  θείου  Μακαρισμο  το  λέγοντος: «Μακάριοι  ο  λεήμονες, τι  ατοί  λεηθήσονται». Εχαριστ  ον  μς, τέκνα  μου  γαπητά  καί  πολυπόθητα, διά  τήν  πρός  με  γάπην  σας  καί  μεγάλην  εεργεσίαν  καί  δωρεάν.  Θεός  νά  σς  νταμείψ  τόν  ξιον  μισθόν  καί  νά   κπληρώσ  τόν  γαθόν  διαλογισμόν  το  νοός  σας  καί  τόν ερόν  πόθον τς  καρδίας  σας.
λπίζω  τ  το  Θεο  χάριτι  ταχέως  νά  δω  μς, τά  ν  Κυρί  γαπητά  μου  πνευματικά  τέκνα καί  νά σς  λαλήσω  διά  το  στόματος,  κενα  περ  δέν  δύναμαι  διά  χάρτου  καί  μελάνης  νά  σς  επω. Τατα  ν συντόμ  καί  μεγίστ  βί.
Διαβιβάσατε  καί  τάς  γκαρδίας  μου  εχαριστίας  καί  ες  τόν  ατρόν  κ. Χαραλάμπην.
σπάζομαι, ελογ  καί  εχαριστ  μς  πάντα  τά  ποθητά  μοι πνευματικά  τέκνα  καί  πάντας  τούς οκείους  μν  καί  παρακαλ μς  εχεσθε  πέρ  τς  γείας  τν  φθαλμν  μου. 
  γαπν, ελογν, εχαριστν  καί  παρακαλν μς, ταπεινός  καί  λάχιστος Πνευματικός, + ερώνυμος ερομόναχος.
Υ.Γ. νεκα  τν  πολλν  νταθα  χιόνων,  δυνατ  πί  τ  παρόντι  λθεν  ες θήνας. Παρακαλ πέρ τς  διατηρήσεως  το  φωτός  μου, νά  ποιτε  καθ’ κάστην 10  γονυκλισίας  πρός τόν  λατρευτόν  μας  Δεσπότην καί  Θεόν  ησον  Χριστόν  καί  10  πρός τήν  Ατο  πέραγνον  Μητέρα, γλυκυτάτην  Κυρίαν  ειπάρθενον  Μαρίαν Θεοτόκον. ς  τας  πρεσβείαις  ξιωθείημεν  τυχεν  τς  αωνίου  ζως  καί βασιλείας. μήν, Κύριε γένοιτο.  διος, γιαίνετε.
1921. ριστική  ξοδος  πό τό  γιο  ρος.
Μετά  τήν  ἐπιστροφή  του  στό  Ἅγιο  Ὄρος  ὁ  Ἱερός  Πατήρ  συνέχισε νά  συνασκεῖται  μετά  τοῦ  μ. Παντελεήμονος/Νεκταρίου  στήν  Μικρή  Ἁγία  Ἅννα. Ὅμως,  μία  σοβαρή  πάθησις  τῶν  ὀφθαλμῶν, ἡ  ὁποῖα  τοῦ προκάλεσε σταδιακά  ὁλική  τύφλωση, τόν  ὑποχρέωσε  νά  βγεῖ ἀπό τό Ὄρος  τό 1921 καί  νά  ἔρθει  στήν  Ἀθήνα, σέ ἀναζήτηση  θεραπείας. Προηγουμένως, ὅπως  προκύπτει  ἀπό  ἐπιστολή  του  πρός  τήν Α. Η. κατόπιν θερμῆς  προσευχῆς  εἶχε  ἐπανέλθει  τό  φῶς  του. «Τν  πνευματικν  του  τέκνων  τάς  θερμάς παρακλήσεις  καί δεήσεις -γράφει -  εσήκουσεν    Πανάγιος Οράνιος  Πατήρ  καί  δωρήσατό  μοι  τό  φς  σχάτως, διά  πρεσβειν τς  Κυρίας  μας  Θεοτόκου, τς  γίας Μυροφόρου  Μαρίας  τς  Μαγδαληνς  καί  το  νδόξου  Μεγαλομάρτυρος καί  αματικο  Παντελεήμονος, τούς  ποίους  βαλον  πρεσβευτάς  πρός  Κύριον πέρ  τς  δωρήσεως  το  φωτός μου, ς  καί  ργυρούς φθαλμούς  ες  τάς  εκόνας  των  κρέμασα  καί   λονυκτίους  δεήσεις  μετά  πάντων  τν Σκητιωτν  δελφν  ποίησα  καί  πολλαί  Παρακλήσεις  πρός  ατούς ψάλλησαν  πέρ  τς  γείας  μου».
Στήν  ἀπό  21ης  Νοεμβρίου 1921  ὅμως  ἐπιστολή  του  πρός  τήν  ἴδια  σημειώνει, ὅτι «νν  ναγκάζομαι  νά σς  γράψω  δι’ τέρας  δελφικς  χειρός, διότι  γώ  δέν  δύναμαι  νά  πράξω  τοτο, νεκα  τς  σθενείας  τν φθαλμν  μου. πανλθε  γάρ  διά  τάς  μαρτίας  μου  πάλιν  τν  φθαλμν  μου    σθένεια  καί  παρακινομαι πό  πολλν  δελφν, πως  λθω  ατόσε, πως  μέ  δ κανείς  φθαλμίατρος».
Εἶναι  χαρακτηριστικό, ὅτι  ὁ  πλούσιος  σέ  ἀρετές  καί  ἐν  Ἁγίῳ  Πνεύματι  ἐμπειρίες  ἀσκητής  τῆς ἐρήμου, ἦταν  πάμτωχος  σέ  ὑλικά ἀγαθά καί  ἀδυνατοῦσε  νά  καλύψῃ  τά  ἔξοδα  τῆς  μεταβάσεώς  του  στόν κόσμο  καί  τήν δαπάνη νοσηλείας  του! Ἔτσι  τήν  15η  Νοεμβρίου 1921, οἱ  συνασκούμενοι  μέ  τόν  μακάριο Γέροντα  Ἱερώνυμο  Πατέρες  τῆς  Σκήτης  τοῦ  ἁγ. Παντελεήμονος, ἔκαναν  ἔρανο  μεταξύ  τους  γιά  νά  τόν βοηθήσουν  οἰκονομικά! Στό  ἀρχεῖο  τῆς  Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς  σώζεται  ἡ  σχετική ἐπιστολή:
ν  τ  ερ Κουτλουμουσιαν  Σκήτ  γίου  Παντελεήμονος, τ 15η Νοεμβρίου  1921.
δελφοί  καί  Πατέρες  καί λοιποί  ν  Χριστ  δελφοί  πάντες, γνωρίζομεν  τί θά  επ  ρετή  καί  πόσος   μισθός  ατς! «  λεών  πτωχόν  δανείζει  Θεόν», στε  δέν  χομεν  νάγκην  συμβουλς, λλά  διαθέσεως γαθς.
  ν  Χριστ  πάσχων  δελφός, τό  πάγγελμα  Πνευματικός, τονομα ερώνυμος, ς  Γέρων  τς  Καλύβης τν  γίων  Πάντων, σήμερον  καλε  τούς  πάντας, «λαρόν γάρ  δότην  γαπ Κύριος Θεός», πως  τείνωσι χεραν βοηθείας  καί  νακουφίσωσιν  ατόν, πό  τόν  πάσχοντα φθαλμόν  (που  χει  να  καί  μόνον), μέ  τήν  λπίδα νά γλυτώσ  ατόν, τ  πισκέψει  τν  ατρν, ες  τοτο  τ προτροπ   πολλν ν  Χριστ  δελφν. Καί  πειδή,  ς κ  το  παγγελματός  του, τυγχάνει λως  πορος, ς  βοηθήσωμεν ατόν ς  ν Χριστ δελφόν, συμφώνως  μέ  τόν πνευματικόν  ρωτα  μν, ος  γένοιτο, μήν.
Ο  παρήγοροι  βοηθοί  καί  ν  Χριστ  δελφοί, Στέφανος  ερομόναχος (150 δρχ.), βράμιος  μοναχός (100), Παΐσιος  μοναχός (100), Νικόλαος  μοναχός (25), γαθόνικος  μοναχός (25), σαάκ μοναχός (10), Εγένιος  μοναχός (10), Βασίλειος  ερομόναχος (10), σαΐας  μοναχός (10), ωαννίκιος  μοναχός  (5), Εδόκιμος  μοναχός (25), Νεόφυτος ερο-μόναχος (40), Ματθαος  ερομόναχος (25), Παντελεήμων ερομόναχος, Δωρόθεος ερομόναχος (5), Δωρόθεος  μοναχός, Κύριλλος  ερομόναχος (5), Χρυσόστομος  μοναχός, Πανάρετος  μοναχός, Θεόδουλος μοναχός (5), νανίας  μοναχός (10), Κασσιανός  μοναχός (50), Σωτήριος Στέφου βηρίτης (5)· σύνολον  610 δρχ.
Τόν Δεκέμβριο  τοῦ  1921  ἡ  κυρίαρχη  Μονή  Κουτλουμουσίου, ἔδωσε  Ἄδεια/Πιστοποιητικό  ἐλευθέρας ἐξόδου στόν μακάριο  Γέροντα,  «νά  πέλθ  ες  θήνας  πρός  θεραπείαν».
Πιστοποιητικόν
  ν  γί  ρει ερά  Μονή το Κουτλουμουσίου πιστοποιε, τι    φέρων  τό  παρόν ερώνυμος ερομόναχος, κ  τς  μετέρας  Σκήτεως «  γιος  Παντελεήμων», πάσχων  τούς  φθαλμούς  του, πέρχεται τ  δεί καί  ελογί  τς  ερς  μν  Μονς  ες  θήνας, πρός  θεραπείαν του, μετά  δέ  τήν νάρρωσίν  του  θέλει πιστρέψ  ες  τά  δια. φ’   δίδεται  τό  παρόν  πιστοποιητικόν, να το  χρησιμεύσ  που  δε.
ν  τ  ερ  Μον Κουτλουμουσίου, τ 9η  Δεκεμβρίου  1921,   Καθηγούμενος + ρχιμανδρίτης Δαμασκηνός  καί  ο μοί ν Χριστ  δελφοί.
Μέ  τήν  ἴδια  ἡμερομηνία  λαμβάνει ἔγγραφη ἄδεια  ἀπουσίας, «Εχητήριον» κατά  τήν  Ἁγιορειτική ὁρολογία, τό  ὁποῖο ἐξέδωσε  ἡ  Κουτλουμουσιανή  Σκήτη,  στήν  ὁποία  ἀσκούνταν  ὁ  μακάριος  γ. Ἱερώνυμος.   
ν  γί  ρει, τ 9η  Δεκεμβρίου  1921.  ριθμ. 5.
Εχητήριον  τς  ν  Χριστ  μν  δελφότητος το γίου  Παντελεήμονος.

Διά  το  εροσφραγίστου  μν  τοτο γγράφου,  γίνεται  δλον πς    ν  Χριστ μν  δελφός Πνευματικός  Γέρων ερώνυμος, κ  τς  Καλύβης τν  γίων Πάντων, πάσχει  πό  ορασίαν  καί  κατά  τήν φωνήν πολλν  ν  Χριστ  δελφν,  παρεκλήθη  πως  τεθε  πό  ατρικήν  θεραπείαν, θεν  καί  πήκουσεν. Κατά  τήν τάξιν  δέ  τς  καθ’ μς  ερς  Σκήτης,  τήσατο  τό  νά  χερας  εχητήριον, περ  καί  δόθη  ατ, να  σύν  Θε το χρησιμεύσει  ς  δε  καί  που  δε.
Δίδεται  θεν ατ  δεια  πουσίας, τόση  ση  χρήζει, πρός  ποκατάστασιν  τς  πασχούσης  γείας  του  καί κατόπιν θέλει  πανακάμψει  ες  τήν  μετάνοιάν  του.
λως  εχέται,   Δικαίος  τς  ερς Κουτλουμουσιανς  Σκήτης γίου  Παντελεήμονος  Στέφανος ερομόναχος  καί ο  σύν  μοί  δελφοί.
Υ.Γ. Θερμώτατα  παρακαλεται   γιος  Πνευματικός, πως  κοινολογε  τόν  ψιστον  κατ’ μφω  προορισμόν τς  ερς  μν  Σκήτης, ες  τούς  ν  Χριστ  δελφούς  ρθοδόξους  Χριστιανούς. Θέλουσι  δέ  φεληθε τόσον, στε  δέν   χομεν  λέξεις  καταλλήλους να  κφράσωμεν  τό  ψιστον  τς  ν  Χριστ  φελείας  των. Τά  ν  κτάσει φίενται πως  φηγονται  παρά  το  γίου ν  Χριστ  δελφο Γέροντος ερωνύμου  Πνευματικο.
Καί  αθις  σς  εχόμεθα  καλήν  νοδον  καί  πάνοδον, μετά  τελείας  ποκαταστάσεως  τς  κατ’ μφω γείας  σας.
  Δικαος Στέφανος  ερομόναχος  καί  ο  σύν  μοί  δελφοί.
Ὅμως  παρά  τήν  πτωχεία  του,  ὁ  Γέρων  Ἱερώνυμος  εἶναι  ἀξιοπρεπής  καί  δέν  θέλει  νά  κουράσει  μέ τήν  παρουσία  του  στήν  Ἀθήνα  τά  πνευματικά  του ἤ  νά  τά  ἐπιβαρύνει  οἰκονομικά. Ἔτσι,  την  ἀπόφασή  του περί  καθόδου  στήν  πρωτεύουσσα  δέν  τήν  γνωστοποιεῖ  στήν  πνευματική του θυγατέρα  Α. Η, ὁπότε  ἕνας φίλος  καί  συμπατριώτης  του  πού  γνωρίζει  τήν  ὑπόθεση, ὁ  Ἀρτέμιος  Νοδαράκης, Ἱεροδιάκονος  στήν Μονή  Ξηροποτάμου, ἀναλαμβάνει  τήν  πρωτοβουλία  νά  γράψει  αὐτός  στήν   νέα  καί  νά  τήν  ἐνημερώσει  γιά τήν  ὑπόθεση.
ν . Μ. Ξηροποτάμου γίου ρους, 17η Δεκεμβρίου 1921.
Ελαβεστάτη ν Χριστ  δελφή δ. νδρομάχη, χαρε  ν  Κυρί.
          ν  καί  δέν  χω  τήν  προσωπικήν  σας  γνωριμίαν, μως  τ  συστάσει  το  σεβαστο  μοι  Πνευματικο, Πανοσιολογιωτάτου πατρός Κυρίου Κ. ερωνύμου, το  καί  μετέρου  Πνευματικο, γνωρίζω  τόν  χαρακτρα  τς εγενούς  καί  ελαβούς  ψυχς  σας, διό  καί  λαμβάνω  τό  θάρρος  νά  σς  γράψω, χωρίς  νά  νομίζω  τι  θά παρεξηγηθ. Καί  φο  πρτον  σς εχηθ  λοψύχως  να  διέλθετε  τάς  ορτάς, καθώς  καί  λον  σας  τόν  βίον ν  πλήρ  γεί, ες  τε  τήν  ψυχήν  καί  τό  σμα  καί  σς ζητήσω  συγγνώμην  διά  τήν  τόλμην  μου, γνωρίζω  μν δεύτερον, τι σεβαστός  Πνευματικός π. ερώνυμος, νεχώρησε  σήμερον  πεντεθεν  ρχόμενος  ες  θνας, πρός θεραπείαν τν (ς  γνωρίζετε)  πασχόντων  φθαλμν  του. πειδή  μως  μο  ξέφρασε  τήν  γνώμην  του, τι  χει σκοπόν   νά  μή  σς  γνωρίσ  τήν  ατόθι  φιξίν  του, φ’ νός  διά  νά  μή  σς  νοχλήσ  καί  φ’ τέρου  διά  νά μή πασχοληθ  πολλάς  μέρας  καί  στερηθ  τήν φίλην  ατ  συχίαν, λλά  κατόπιν  ξετάσεως  ατρν  καί  δή το κ. Χαραμ, άν  ποβληθ  ες  θεραπείαν λίγων  μερν    χι, νά  πανέλθ  ες  γιον  ρος  χωρίς  νά πάρετε  εδησιν.
πειδή  μως  γνωρίζω, φ’ νός  μέν πόσην  λύπην καί πόνον  καρδίας θά  ασθανθτε  κατόπιν, μα  μάθετε τοτο, καθότι  τυγχάνει Πνευματικός  σας,   φ’ τέρου  δέ τι  στερεται  χρημάτων  καί  συνεπς θά  δυνατ  νά καθίσ  πολλάς  μέρας, παραμένων  ες  ξενοδοχεον    καί  ες  κλινικήν  καί  πομένως  θά  γυρίσ  πρακτος  καί μλλον  ες  χειροτέραν  κατάστασιν, διά  τοτο  θεώρησα  καλόν  νά  σς  γνωρίσω  τοτο, διά  νά  φροντίσετε  νά μάθετε  πως  μπορετε  τήν  διαμονήν  του  καί  νά  τόν  συναντήσετε, να  καί  μες  νακουφισθτε  ψυχικς  κ τς  παρουσίας  καί  συνομιλίας  του, ερισκομένη  ν  μέσ  το τρυκιμιώδους  πελέγους  τν  θορύβων  καί  τν τύρβεων, λλά  καί  ες  ατόν  φαντε  χρήσιμη  ες  ,τι  σς  εναι  δυνατόν. λλά, σς  παρακαλ  θερμς, πρτον νά  τηρήσετε  χεμύθειαν,  τι  σς  γραψα  γώ  περί  τούτου  καί μόνον  ναμεταξύ  σας  νά  τό  γνωρίζετε  καί δεύτερον νά  μέ  πληροφορήσετε  δι’ πιστολήν  σας  διά  τήν  φιξίν  του (πς  λθεν, πού  διαμένει), καθώς  καί  τήν γνώμην  καί  πόφασιν  τν  ατρν. Συνάμα  δέ  καί τά  νόματα  τν  λοιπν  συναδέλφων  σας, διά  νά  σς μνημονεύω, πειδή  μο επεν    Γέροντας τι  εσθε  13, λλά  μόνον  τό  δικόν  σας  νομα  καί  τήν σύστασιν κατόρθωσα  νά  μάθω, χωρίς νά  ντιληφθ  τι  εχα  σκοπόν  νά  σς  γράψω.
Προσφέρατε  τούς  εχετικούς  ν  Χριστ  σπασμούς  μου  καί  ες τούς  λοιπούς ν  Χριστ  δελφούς  σας.
νευ  τέρου, διατελ  εχετικς, σπαζόμενος  μς  ν  Κυρί,   ν  εροδιακόνοις  λάχιστος, + ρτέμιος Νοδαράκης,  Ξηροποταμινός.  
Παρά  ὅμως τήν  προσφυγή  σέ  ἰατρούς  τῶν  Ἀθηνῶν, ἡ  προσπάθεια  τοῦ  Γέροντος  νά  σώσει  την  ὄρασή του  δέν  πέτυχε. «Στερήθηκε  τό φυσικό  φς – γράφει  ὁ  Κων. Δημητρᾶς – δέχθηκε  μως  πό  τόν  Φωτοδότη Κύριο  αξηση  το  πνευματικο  του  φωτός  καί  το  προορατικο  του  χαρίσματος, μέχρι  τέλους  τς  πί  γς πολιτείας  του. τσι, μετά  πό 30  περίπου  τη  σκητικς  διαμονς  στό  Περιβόλι  τς  Παναγίας,   πώλεια  τς ράσεώς  του  τόν ξανάγκασε  νά παραμείνει  ως  τέλους  τς  πιγείου  ζως  του  στήν  θήνα. πως  διηγεται   σημερινή γουμένη  τς  ερς  Μονς  γ. Παρασκευς Γερόντισσα  Μακρνα (παλαιά  μοναχή, στήριγμα  καί ελογία  τς  Μονς  τς  γ. Παρασκευς), μετά  πό  θεραπεία  νέκτησε  στω  καί  λλιπς  τήν  ρασί  του  καί τοιμάσθηκε  νά  κατεβ  στόν  Πειραι, γιά  νά  πιστρέψ  στό  γιον ρος, τότε  μως   ρασίς  του  χάθη  καί τσι  πέστρεψε  στήν  θήνα!   Θεία  Πρόνοια  εχε  τό  σχέδιό  Της».
Μερικά  χρόνια  πρίν  τήν  ὁσιακή  του  κοίμηση, ὁ  Θεός  διά  πρεσβειῶν  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς, τήν  ὁποία ὁ  μακάριος  Ἱερώνυμος  παρακαλοῦσε  μέ  θερμές  δεήσεις, τοῦ ἔδωσε  λίγο  ἀπό  τό  φῶς  του  καί  ἔτσι  ὁ Γέροντας μποροῦσε νά ἀσκεῖ  τά  καθήκοντά  του  μέ  περισσότερη  ἄνεση. Στό  Ατοβιογραφικό  του  Σημείωμα καταγράφεται  ἀπό  τόν  ἴδιο  τό  θαῦμα  αὐτό  τῆς  Ἁγίας, στήν περιγραφή  τοῦ  τόπου  διαμονῆς του  μετά  τό 1930: «Ες  λευκοβούνιον  Μονς  μας  Μενιδίου, ες  παρθεννα  τόν  λευκόν  Παρασκευς  γίας, μητρός  μου  τς πνευματικς, Μάρτυρος  το  Χριστο  μας, προστάτιδός  μας  ατρο, δοτρος  το  φωτός  μου».
Γιά  νά  εὐχαριστήσει  ὁ  μακάριος  Γέρων  τόν Ἐλεῆμονα  Θεό  γιά  τήν ἀνάκτηση τῆς ὁράσεώς  του, συνέθεσε  τό  κατωτέρω  δοξολογιτικό ποίημα, τήν
Δοξολογία  πρός  Θεόν  τόν  Ποιητήν  τν  ντων, τόν  δωρησάμενόν  μοι  τό  φς  καί  πάλιν  φθαλμν  μου
Παροίκων γς μαρτωλν* πρώτιστος, Θεέ μου,* καί  γς  σκωλήκων στατος* βούλεται  νά  μνήσ*  κι ν  ντομον μηδαμινόν*  τς  γς  καί  το  έρος,*  μέ  φόβον  καί  μέ  συστολήν*  νά  Σέ  δοξολογήσ.* Μέ  δάκρυα ες  τούς  φθαλμούς,*  μέ  συστολήν  καρδίας,*  μέ  πόνον  καί  μέ  στεναγμούς* πρωτίστως  κετεύει,* τήν περτάτην  χάριν  Σου,* να  τόν  ελογήσς,* ψυχήν, καρδίαν  καί  τόν  νον*  ατο  νά  καθαρίσς,*  νά  λάβ φς  καί  δύναμιν*  δόξαν νά Σύ προσφέρει.
Δόξα  Σοι φς  μου  ληθινόν,* γλυκύτατε Χριστέ  μου·* δόξα  Σοι, πάλιν  δόξα  Σοι,*  τ  δείξαντι  τό  φς  μου.
 Δόξα  Σοι  εεργέτα  μου*  καί  λατρευτέ  Θεέ  μου·* δόξα  Σοι ποθηνότατε ,*  μισθε  ατρέ  μου.
Δόξα  Σοι  Κύριε  Χριστέ,*   ρως  τς  ψυχς  μου,*   ρως  τς  καρδίας  μου,*  τό  φς  τν  φθαλμν μου.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,* τν  γαθν  ταμεον,*   χορηγός  καί   πηγή*  τν  χαρισμάτων πάντων.
Δόξα  Σοι  Κύριε Χριστέ,* τυφλν    βακτηρία,*   εεργέτης  τν  πτωχν*  καί  ρφανν  πόρων.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,* παρθένων Νυμφίος,* φρονίμων  καί  τν  κλεκτν*  τς  δεξις  μερίδος.
Δόξα  Σοι  Κύριε  Χριστέ,* γίων στεφοδότα,* ζωή, τροφή, παράκλησις,*  σχύς, παρηγορία.
Δόξα  Σοι  Κύριε Χριστέ,*  χαρά  τν  θλιβομένων*  πέρ  τς  χάριτος  τς Σς,* πίστεως  καί γάπης.
Δόξα Σοι Κύριε Χριστέ,* τό σθένος τν  πασχόντων,* πέρ  τν  Παραδόσεων*  καί ερν  Κανόνων.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,* σχύς  τν  δυνάτων,*   νίκη  καί  τό τρόπαιον,*  χαρά  καί  εφροσύνη.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,*  τό  δωρ  τν διψώντων*  μαρτύριον  τό  γιον*  πέρ  τς Σς γάπης.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,* χαρά, σχύς  καί  δόξα,*  ες  τούς  καλς  πιστεύοντας* Γνησίους ρθοδόξους.
Δόξα  Σοι Κύριε Χριστέ,* πέρμαχε  Μονάρχα* τν  εσεβν  γωνιστν*  τν  γωνιζομένων* πέρ  τς Πίστεως  τς Σς*, νομίμως  καί  γίως.
Δόξα  Σοι  Κύριε Χριστέ,*   ληθής γάπη,*  τις στί τν  ρετν*    μήτηρ  καί    βάσις,*  δι’ ς, Χριστέ μου  Κύριε,*  λαμβάνουσι  τήν  νίκην,* ες τούς πολέμους  τούς  καλούς,* σοι  θλον  νομίμως,* σοι  γάπην χουσι*  καί  εσεβες  πάρχουν,*  χουν  καί  τήν  ταπείνωσιν  καί αταπαρνησίαν,* ερήνην  τήν θεάρεστον,* λευκήν  τήν  παρθενίαν,* πίστιν  θερμήν, κλόνητον*  καί  καθαράν  καρδίαν.
Ατοί πλουτοσιν  ρετν*  καί  ργων  τν  γίων,* δι’ ν  τς  νίκης  δίδεται*  τό  ριστον  βραβεον*  καί δόξα    αώνιος* ζως  τς  αωνίου,* ς  καί  μς  ξίωσον,*   λατρευτέ Χριστέ  μου.
1924. Στόν  γνα  κατά  τς  μερολογιακς  λλαγς.
Ἡ  ἐπιβολή  τῆς  Παπικῆς  καινοτομίας  τοῦ  Νέου  Ἡμερολογίου  στήν  Ἐκκλησία  τῆς  Ἑλλάδος  καί  τό Πατριαρχεῖο  ΚΠόλεως  τό  1924, προκάλεσε - ὅπως  ἦταν  φυσικό  καί  ἀναμενόμενο – μεγάλο  σκανδαλισμό  τῶν πιστῶν  Ὀρθοδόξων, τόσο  στόν  κόσμο, ὅσο  καί  στό  Ἅγιο  Ὄρος.  Ἤδη  ἀμέσως  μετά  τήν  ἀλλαγή, σέ διάστημα  δύο  ἑβδομάδων, ἱδρύθηκε  στήν  Ἀθήνα  ὁ  «Σύλλογος  τν  ρθοδόξων» (δύο  χρόνια  ἀργότερα μετωνομάσθηκε  σέ «λληνική  Θρησκευτική Κοινότητα  τν  Γνησίων ρθοδόξων  Χριστιανν»), μέ  σκοπό τόν συντονισμό  τῆς  ἀντιδράσεως  κατά  τῆς  καινοτομίας, ἀλλά  καί  τήν  λειτουργική  καί  πνευματική ἐξυπηρέτηση τῶν  πιστῶν  πού  ἔμειναν  πιστοί  στήν  ἑορτολογική  παράδοση  τῆς  Ὀρθοδοξίας. Ἱδρυτής  καί  πρῶτος Πρόεδρος  τοῦ  «Συλλόγου  τν ρθοδόξων»  ἦταν  ὁ Ζηλωτής  Ἀνδρέας  Βαπορίδης  (+ 1976).
          Οἱ  πρῶτοι  Ἱερεῖς  τῶν  Γ.Ο.Χ.  ἦσαν  ἐλάχιστοι. Πρόκειται  γιά  τούς  ἐγγάμους  Ἱερεῖς Ἰωάννη  Φλώρο (+ 1953), Σπυρίδωνα  Οἰκονόμου, Νικόλαο Ἀναγνώστου (Μεσορόπη Καβάλας, + 1929), Βασίλειο  Σακελλαρόπουλο, Σωτήριο  Σουχλέρη, Γεώργιο Μαυρίδη, Ἀνδρέα  καί  Παρθένιο  (ἀγνώστων  ἐπωνύμων, οἱ  ὁποῖοι δραστηριοποιήθηκαν  στήν  περιοχή  τῆς  Δράμας)  καί  Στέργιο  (ἐπίσης  ἀγνώστου  ἐπωνύμου, ὁ  ὁποῖος δραστηριοποιήθηκε  στή  Νικήτη  Χαλκιδικῆς)  καί  τούς  Ἱερομονάχους Ἄνθιμο Ἀβαγιανό (ἔπειτα  προσχώρησε στήν  καινοτομία, ἵδρυσε  τήν  Μονή  Παναγίας  Βοηθείας  Χίου  καί  πρόσφατα  ἀνακηρύχθηκε  Ἅγιος  ἀπό  τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο)  καί τόν Ἁγιορείτη Ἀρσένιο  Σακελλάριο  (ἀδελφό  τῆς  Μονῆς  Σιμωνόπετρας, ὁ  ὁποῖος δραστηριοποιήθηκε  στή Φθιώτιδα, + 1938).
          Τό 1926  οἱ  Ἁγιορείτες  Μοναχοί  καί  Ἱερομόναχοι  πού  ἀντιδροῦσαν  στήν  ἐπιβολή  τῆς  καινοτομίας, ἵδρυσαν  τόν «ερό  Σύνδεσμο  τν  Ζηλωτν  Μοναχν».  Πρωτεργάτης  τῆς  ἱδρύσεως  ἦταν  ὁ  Ζηλωτής Μοναχός  Ἀρσένιος  Κοτέας. Στόν  «ερό  Σύνδεσμο»  συμμετεῖχαν  μεγάλες  μορφές  τοῦ  Ἁγιορείτικου Μοναχισμοῦ, ὅπως  ὁ  γ. Καλλίνικος ὁ  Ἡσυχαστής  (+ 1930). Πρόεδρός  του  ἐξελέγη  ὁ  Προ-ηγούμενος  τῆς Μονῆς  Κωσταμονίτου  Ἀρχιμ. Γεδεών Παπανικολάου. Τήν  Μεγάλη  Πέμπτη  τοῦ  1926  ὑπέγραψαν  τό Καταστατικό  τοῦ  Συνδέσμου  450  Μοναχοί  καί  Ἱερομόναχοι.
Το  ἔτος  1926 ἡ  Κοινότητα  τῶν  Γ.Ο.Χ.  ἀποφάσισε  νά  ζητήσει  τήν  συνδρομή  τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, γιά  τήν  στήριξη  καί  ἐξυπηρέτηση  τῶν  ἀγωνιζομένων  πιστῶν. Ἔτσι  ἀπεστάλη  στό  Ἅγιο  Ὄρος  ὁ Ἀλέξανδρος  Συμεωνίδης  (στέλεχος  τῆς  Κοινότητος), μέ  τήν  ἐντολή  νά  συναντήσει  τόν  ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη καί  νά  τόν  πείσει  νά ἔρθει  μαζί  του  στήν  Ἀθῆνα, «τό  ταχύτερον». Ὁ Συμεωνίδης  πράγματι «συνήντησε τόν  Ματθαον  καί  νέπτυξεν  ες  ατόν τήν  γενικήν  τν  πιστν  πιθυμίαν  καί  τήν  διακα παράκλησιν  καί    σιος  Πατήρ  πήκουσεν  ες  τήν  φωνήν  το  ποιμνίου».
          Ὁ  ἀρχιμ. Ματθαῖος  ἔφθασε  στήν  Ἀθήνα  τήν  1η Ὀκτωβρίου  1926.  Μαζί  του  ἦρθε  στόν  κόσμο  καί  ὁ Πρόεδρος  τοῦ  Ἱεροῦ Συνδέσμου  ἀρχιμ. Γεδεών  Παπανικολάου, Προηγούμενος  τῆς  Μονῆς  Κωνσταμονίτου. Τό  ἔτος  1927 - μέ  τήν  διάλυση  τοῦ  Ἱεροῦ  Συνδέσμου -  ἀπελάθηκαν  ἀπό  τό  Ἅγιο  Ὄρος  19  Ζηλωτές Μοναχοί  ἀπό τίς  Μονές Βατοπεδίου  καί  Κουτλουμουσίου. Ἀπό  τούς  Μοναχούς  αὐτούς  ἄλλοι  ἀφέθηκαν ἐλεύθεροι  καί  ἄλλοι  περιορίστηκαν  σέ  μονές  τῆς  Μυτιλήνης  καί  τῶν  Σερρῶν. 
            Πρός  τά  τέλη  τοῦ  1927, μέ  πρωτοβουλία  τοῦ  Ἁγιορείτου μ. Ἀρσενίου  Κοτέα, βγῆκε  στόν  κόσμο  ἡ πρώτη  4μελής  ὁμάδα  Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν, ἀποτελουμένη  ἀπό  τούς Ἱερομονάχους  Παρθένιο  Σκουρλῆ (ἔπειτα Ἐπίσκοπο  Γ.Ο.Χ. Κυκλάδων), Εὐγένιο  Λεμονή, Γεράσιμο Διονυσιάτη  καί  Ἀρτέμιο  Νοδαράκη. Τέλος,  τό  1929 βγῆκαν  στόν  κόσμο  οἱ  Ἱερομόναχοι  Ἀκάκιος  Παππᾶς   (ἔπειτα  Ἐπίσκοπος  Γ.Ο.Χ. Ταλαντίου  καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν), Ἰλαρίων  Οὐζουνόπου-λος,   Ἀντώνιος  Κουτσονικόλας καί Ἀρτέμιος  Ξενοφωντινός, καθώς  καί  ὁ  Μοναχός   Νεκτάριος  Κατσαρός.
Ὁ  μακάριος  Γέρων  Ἱερώνυμος, κατ’ οἰκονομίαν  Θεοῦ, ἦταν  ἤδη  στόν  κόσμο  ἀπό  τό  ἔτος  1921, λόγῳ παθήσεως  τῶν  ὀφθαλμῶν  του. Τοῦ  αὐτοῦ  ἐκκλησιολογικοῦ  καί  ὁμολογιακοῦ  φρονήματος  μετά  τῶν Ζηλωτῶν  Ἁγιορειτῶν  Πατέρων (ὅπως  ἀποδεικνύουν  μεγάλης  ἱστορικῆς  ἀξίας  κείμενα  τῆς  ἐποχῆς, τά  ὁποῖα συνυπέγραψε), «ταν  τελικς  πεβλήθη    καινοτομία, ντιτάχθηκε  σθεναρς  σ’  ατήν  καί  φιερώθηκε  πλέον στήν  πνευματική  στήριξη  καί  νθάρρυνση  το  διωκομένου  ποιμνίου  τν  ελαβν  το  Πατρίου, τν  ραστν τς  Πίστεως  καί  Παραδόσεως  τς  ρθοδοξίας  μας, ς  θεόπεμπτος  Προφήτης  καί  παρηγορητής, δίως  μέσ τς  ξομολογήσεως  καί  τς  πνευματικς  καθοδηγήσεως. ρχικά  στούς μπελοκήπους  καί  ν  συνεχεί  στό Παλαιό Φάληρο, δέχετο  ναρίθμητα πλήθη πιστν  καί  τά  δηγοσε  ες  πίγνωσιν  Θεο, διά  τς  μετανοίας καί τς  μολογίας  τς  ρθς  Πίστεως».
Λόγῳ  τῆς  εἰσαγωγῆς  τοῦ  Νέου  Ἡμερολογίου – σημειώνεται  στό παλαιό Μοναχολόγιο  τῆς  Μονῆς  ἁγ. Παρασκευῆς – «  γενναος  γωνιστής καί θεος πατήρ  ερώνυμος, πλήρης  θείου  ζήλου, δέν  δύνατο  νά  φήσ τήν  ρθόδοξον  κκλησίαν  το  Χριστο,  νά  βρίζεται πό  τν  πούλων καινοτόμων  καί καταστροφέων  τς ρθοδοξίας. θεν  μεινεν  ες  θήνας,  πολεμν  καί  ξοστρακίζων  πσαν καινοτομίαν, καυτηριάζων διά  το λόγου  καί  ργου  καί  νισχύων  τούς  πιστούς, πως  φανσιν  τρόμητοι  καί  πιστοί  φύλακες  τν  θεοπνεύστων παραδόσεων».
Ὁ  μακάριος  Γέρων, γιά  τήν  καθαρότητα  τῆς  Ὁμολογίας  του, «πως  λοι  ο  Δίκαιοι, πρόκειτο  νά δοκιμασθ  μέ  θλίψεις, στενοχωρίες, συκοφαντίες  καί  διωγμούς. δίως  μάλιστα  ταν  ο Καινοτόμοι προσπασθοσαν  νά  τόν συλλάβουν, γιά  νά  τόν  πελάσουν  στό γιον Ορος, στε  νά  παύσ  τό  μολογιακό  καί θεάρεστο  ργο  του. μως   θεία  σκέπη  καί  ντίληψις, πάντοτε διεφύλασσε  καί  διάσωζε  ατόν  θαυμαστς, ατός δέ  ς  παράδειγμα  πομονς  καί  νεξικακίας, ηχετο  πέρ  τν  διωκτν του, πλήρης  Εαγγελικς γάπης».
Γιά  κείνους  πού κινήθηκαν διωκτικς ναντίον του, λόγ  τς  μμονς  του στήν γνησιότητα  τς Πίστεως,    σιώτατος  Γέρων  γράφει τά  κόλουθα - φο  προηγουμένως  κφράσει  μμέτρως  τήν  γάπη  καί λατρεία  του  πρός  τό  ερό πρόσωπο  το  Κυρίου - στό  ποίημά  του

εραί στιγμαί κατά τάς μέρας τν μν καταδιώξεων, συκοφαντιν καί πειρασμν, χάριν τς τηρήσεως τν ρθοδόξων ερν Παραδόσεων.

Ες  τό  νομά  Σου  Κύριε,* Θεέ  μου  Παντοκράτωρ,* Θεέ μου  Παντοδύναμε,* Τριάς    Παναγία,* Πάτερ, Υέ  καί  γιον*  Πνεμα, θεότης Μία,* ναρχε, μοούσιε,* θάνατε  Θεέ μου·* ες  Σέ  λπίζω  καί  θαρρ,* πιστεύω, καταφεύγω,* ες  Σέ  χω  φιερωθε* πό ρχς ζως  μου,* ς  οδας  οκονόμησον* τά  κατ’ μέ, Θεέ μου.
γώ Σέ  μόνον  γαπ,* δοξάζω  καί  λατρεύω,*  Σέ  μόνον χω  πάντοτε*  ες  νον  καί  ες  τήν ψυχήν  μου,* ες  λας τάς  ασθήσεις  μου*  καί  μέσα  ες  τήν  καρδιάν  μου.*
Μέλι  γλυκύτατον  στί*  τά  θεα λόγιά  Σου,* τροφή  θρεπτικωτάτη  μου,* μελέτη  καί  σχύς  μου,* τά  θεα Σου  ντάλματα* εναι, Χριστέ  Θεέ  μου.
Πηγή  κένωτος  στί*  τό  Εαγγέλιόν  Σου,* ξ  ς ντλοσιν  δατα* ο  Σέ  Χριστέ  φιλοντες.* δατα, λέγω, ζωηρά* πομονς, σχύος,* γάπης  τς  ληθινς*  καί  νεξικακίας,* ερήνης  καί  πραότητος*  καί ταπεινοφροσύνης,* ζήλου  καλο  καί  γαθο*  καί  φς  τς  εσεβείας,* τς  παρθενίας  τό  λευκόν*  χάρισμα  κι παθείας,* δι’ ν κοσμονται ο  πιστοί*  φίλοι  τς  ληθείας.
κενοι που παντελς* δέν χουσι θρησκείαν,* κενοι  που οδαμς*  δέν  θέλουν  τό  καλό  της·* κενοι που  θέλουσιν*  τήν  δόξαν  τήν  ματαίαν,* κενοι  που  πιστον*  ες  παντα  τά  θεα·* κενοι  που  ες  τήν γν*  εναι  προσηλωμένοι,* κενοι  που  μόρφωσιν*  δέν  χουσι  τήν  θείαν·* κενοι που  χουσι*  θεάν  των τήν  γαστέρα,* γονες  των  τήν  σέβειαν,* τόν  φθόνον  καί  τό  μσος*  κι δέλφια  των  καί  δελφάς*  τάς  δονάς σαρκός  των,* φιλαργυρίαν, οησιν*  καί  τήν  δοξομανίαν·* οδείς  κ  τούτων  γαπ*  οδένα  θεαρέστως,* οτε φιλόχριστος  στί,* ο  φίλος  τς  ερήνης,* ο  φίλος  ταπεινώσεως,* οδέ  τν  θείων  ργων.
Ατός γάρ εναι τν  κακν* φίλος  γαπημένος,* ατός γάρ  μόνον  χαίρεται,* ταν    λλος  πάσχει,* ατός γάρ  χει  πάντοτε*  ς  δισμα  ραον,*  τό  βλάπτειν  καί  τό  τυραννεν*  τούς  δούλους  το  Κυρίου.* Βίον  ατός παρθενικόν*  δέν  γαπ, δέν  θέλει·* δέν  θέλει  μοναστήρια,* δέν θέλει  καλογέρους·* δέν  θέλει  ράσα  νά  δ,* μαυρίζει    καρδιά  του*  καί    ψυχή  του  θλίβεται,* σκοτίζεται   νος  του·* κι ταν  τό  ράσο  τό  φορ* τρομάρα  τόν  πιάνει,* λλ’ μως  πάλι  τό  φορ*  διά  νά  τό  μπαίζει,* γιά  νά  γελ  τά  πρόβατα*  κι  ρνάκια το  Χριστο  μας,* νά  τρώγ  καί  νά  εφραίνεται*  ψυχή  του    κολασμένη.
Ατός  δέν  θέλει  ρετάς*  νά  χ  φιλενάδας,* τρέμει, φοβται    καλός*  κενος  τήν  νηστείαν,* παγώνουσι τά μέλη  του,* ταν  ατήν  κούσει.* κενος  θέλει  νά  πλουτ*  ζωήν  βραμιαίαν,*  θέλει  νά  χ γάρ  πολλά* τήν  σάρκα  του  νά τρέφ,* νά  μήν πεθάν    πτωχός*  πό  τήν  σιτίαν.
στις  τά  θεα  γάρ  μισε*  καί  τά  καταδιώκει,* χωρίς  νά  θέλ    πτωχός*  κηρύττει  καί  φωνάζει* καί φανερώνει  αυτόν*  ες  παντας  τί  εναι.* Τούτου  γάρ  νεκα  Θεός*  δίδει τήν  ξουσίαν,* «ρχή γάρ  νδρα δείκνυσι»,*  ς  ο  σοφοί  λλήνων,* ο  ντες  πό  τά  σκοτεινά*  νέφη  τς  θεΐας* δίδαξαν  κηρύττοντες*  ες κόσμον  τόν  ρχαον.
μως  Χριστός    Κύριος,*    λατρευτός  Θεός  μας,* τό  φς  μας  τό  ληθινόν,*    χορηγός  σοφίας,* οχί σοφίας  τς  ψευδος*  τς  νν, γαπητοί μου,* λλά  σοφίας  τς  καλς,* ληθινς, τελείας,* «καστον  δένδρον φαίνεται* - επεν - κ  τν  καρπν  του»·* δένδρον σαπρόν  δέν  δύναται*  καρπούς  καλούς  νά  κάν.* καστος κ  τν  ργων  του*  γνωρίζεται  τίς  εναι·*   μέν  καλός  γνωρίζεται*  κ  τν  καλν  του  ργων,*   δέ  κακός κ  τν  κακν*  γνωρίζεται μοίως.
γώ πιστεύω  καί  λαλ,* κηρύττω  καί  φωνάζω,* μέ  τούς  γίους συμφων,* φίλους Χριστο Κυρίου.* Ο ντες πράγματι  ελαβες* κι εσεβες ποιοσι* ργα καλά καί για,* πρός δόξαν το Κυρίου,* πρός σωτηρίαν αυτν*  καί τν λοιπν νθρώπων,* πρός καταισχύνην  το  χθρο*  καί τν  κακοφρονούντων.
 Τοτο φησί Θεόδωρος* Στουδίτης Πατήρ μας:* «σοι  ναούς οκοδομον*  καί κτίζουν μοναστήρια,* σοι τιμσι εράς* εκόνας τν γίων*  καί  στοροσιν  ες  ατάς*  τήν θαυμαστήν μορφήν  των,* οτοι  καλς ργάζονται*  καί  ελαβες πάρχουν,* κόλουθοι κι πέρμαχοι*  καί  κήρυκες γάρ εναι*  τς  εσεβείας  καί ρασταί* Χριστο  καί  Παναγίας*  καί  τν  γίων  κλεκτοί* φίλοι  καί  γαπημένοι».
Τατα  φησί καί γνήσιος* Ποιμήν Χριστο προβάτων,* γιος καί θαυμαστός* Βασίλειος    Μέγας:* «σοι μονάς τάς  εράς,* τά  φρούρια τς θρησκείας,* κρημνίζουν, καταστρέφουσι,* κλέπτουσι κι δικοσι,* κενοι  εναι θεοι* κι  χθροί  τς εσεβείας*  καί  πό ράς  διατελον* Πατέρων  μας  γίων*  καί  ς  ερόσυλοι* πό  δεσμόν πάρχουν*, προσκαιρον καί  αώνιον,* ντεθεν  καί  κεθεν».* Τά  σώματά  των  λυτα*  καί ζοντα  θά  κενται* εί  ες  τήν  μάναν  των  τήν  γν,*   δέ  ψυχή  κεθεν*  εί  θά  βασανίζεται*  ν  τ  πυρί τ  σβέστ.
σοι  τά  πρόβατα Χριστο* τά  κακα πειράζουν,* θα λθ  μάστιξ  ες  ατούς* βαρεα  καί  ταχεα·*   γάρ Θεός  μακροθυμε,*  λλ’ μως  καί  νταμείβει*  συμφώνως μέ  τά  ργα  μας,* ντεθεν  καί  κεθεν.
Ἀξιόλογη εἶναι  καί ἡ  κατωτέρω ἔμμετρη  ἐπιστολή, τήν  ὁποία  ἀπηύθυνε  ὁ  Ὅσιος  Πατήρ 
Πρός  τούς πανταχο Γνησίους ρθοδόξους
Θύτου  τυφλο, Πνευματικο* Κρητός  το  γιορείτου* ερωνύμου  το  οκτρο,* πρ. γιοπαυλίτου,* πρός πάντας  τούς  πανταχο λληνας  ρθοδόξους,* τούς  Κληρικούς καί  λαϊκούς,* μικρούς  τε  καί  μεγάλους,* δι’ ς θερμς  καί  ταπεινς*  καί  ν  Χριστ  τούς  πάντας*  εχεται  καί  σπάζεται,* παρακαλε  καί λέγει:
Σπεύσωμεν, λίαν γαπητοί,* νά  νωθμεν  πάντες*  ν  τ  γάπ  το  Χριστο*  καί  Πίστει  τ  γί,* πό καρδίας  καί  ψυχς*  μς, γαπητοί  μου,* δελφικς καί  ταπεινς*   παρακαλ  καί  πάλιν.* φήσωμεν  τά τομικά*  συμφέροντα  μας  πάντες,* φήσωμεν  τά  πάθη  μας*  παντες  κατά  μέρος,* λλήλους  γαπήσωμεν* καί  τόν  Θεόν  πρό  πάντων,* τήν  Πίστιν  μας  τηρήσωμεν*  μέχρις  ζως  μας  τέλους,* νόθευτον, παρακαλ,* θερμς  σς  κετεύω,* πως  τήν παρελάβομεν*  πό  τούς  Θεοφόρους*  Πατέρας  μας, τούς  θαυμαστούς*  πιστούς δούλους  Κυρίου,* το  λατρευτο  μας  ησο,* Σωτρος  καί  Θεο  μας.
Πν τι γάρ  λάλησε*  τό  στόμα  το  Χριστο  μας,* τό  στόμα  ποστόλων  Του*  καί  τν  γίων  Πάντων,* εναι  καλόν  καί  γιον*  καί  τέλειον  καί  θεον.* Καί  ο γιοι, θεόσοφοι*  καί πιφανες  Του  δολοι,* Πατέρες μας, τά  οργανα,* ο  γιοι, τά  θεα*  παρέλαβον, παρέδωσαν,* θέσπισαν  καί  επον*  νά  εναι  μετάβλητα*  ες πάντας  τούς  αἰῶνας.
  γάρ  Θεός  αώνιος* πάρχων, δελφοί  μου,*  τέλειος  κι  περτέλειος,*  μεταβολήν  δέν  χει.* Μεταρρυθμίσεις  καί  στροφαί* σ’ κενον  δέν  πάρχουν.* Τέλειος  κι μετάβλητος*  είποτε  τυγχάνει.* σα ντέλλεται  μν*  κι  λάλησε  καί  επε*  διά  τν  ποστόλων  Του*  καί διά  τν  Προφητν  Του*  καί  διά  τν γίων  Του* εναι  καλά  καί  θεα,* τέλεια  καί  περτέλεια,*  σεβάσμια  δέ  καί  πάνυ*  ριστα  καί  πανάριστα,* φέλιμα  τος  πσι.
στις  τόν  βίον  ριστον*  δέν  χει, οδέ  τά  ργα,* κενος  εναι  σκοτεινός,* δέν  βλέπει  τήν  λήθεια,* δέν  βλέπει  φς  τό  ληθινόν,* Χριστόν  τόν  λατρευτόν  μας.* λλα  φρονε, λλα  λαλε,* λλά    χείρ  του γράφει*  καί  λως  τά  νάντια*  κηρύττει  πό  τόν  λόγον*  τόν  θεον  το  Κυρίου  μας*  καί  σκάνδαλα  γείρει* ες  τάς  ψυχάς  τν  Χριστιανν,* διδάσκει  δέ  σέβειαν*  καί  τήν  σαρκολατρείαν.* γάπην  δέ  τήν  ληθ*  δέν χει  το  πλησίον,* οδέ  στι  πολέμιος*  παθν  καί  τς  σαρκός  του.
στις  φιλε  τήν  ρετήν*  καί  μάχεται  κακίαν,*  τρέχει  παντο  καί  πάντοτε*  διά  νά  παλλάξ,*  πό  τά ργα  τά  κακά*  τόν  αυτο  πλησίον.* παγρυπνε  είποτε*  ς  ριστος  ποιμένας,*  διά  τήν  ψυχήν  τήν  αυτο* καί τν  λοιπν  νθρώπων.* δύρεται, παρακαλε*  μέ  ταπεινοφροσύνην* δι’ αυτόν  τόν  Κύριον,* πέρ  ψυχς πάσης.
 Σπεύσωμεν, τοίνυν, σπεύσωμεν*  λοιπόν, γαπητοί  μου,* γάπην  τήν  ληθινήν*  νά  σπασθμεν  λοι,* φιλήσωμεν ελάβειαν,* ερήνην, σωφροσύνην.* γκολποθμεν  παντες*  Πίστιν  μας  τήν  γίαν.* Μή  δειλιάσωμεν ποσς*  φόβητρα  μισοκάλου,* πέρ  μν  γάρ  χομεν*  Χριστόν  τόν  λυτρωτήν  μας,* τήν  περτάτην  νασσαν* καί  πάντας  τούς  γίους.* Τήν  Πίστιν  μας  νά  σώσωμεν*  διότι  κινδυνεύει,* τό  θνος  μας  τό  κλεκτόν*  καί πάντες  ο  δελφοί  μας.
1927. δρυσις  τς  ερς  Μονς  γ. Παρασκευς.
Ἀπό  τίς  πρῶτες  προτεραιότητες  τῶν  Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, ἀμέσως  μετά  τήν  ἔξοδό  τους  στόν κόσμο, ἦταν  ἡ  ἵδρυσις  Μονῶν, γιά  τήν στήριξη  τοῦ  ἀγῶνος   κατά  τῆς  ἐπιβολῆς  τῆς  καινοτομίας. Ἤδη κάποιοι  ἀπό  αὐτούς  εἶχαν  μέ τόν  κόσμο  πνευματικές διασυνδέσεις  καί εἶχαν  δημιουργήσει  γύρω  τους ὁμηγύρεις  φιλομονάχων  ψυχῶν, ἀνδρῶν  καί  γυναικῶν. (Ὁ  γ. Ἱερώνυμος  ἀπό  τό  1920, ὅταν  παρέμεινε  στό Σιμωνοπετρίτικο  Μετόχι  τῆς  Ἀναλήψεως  στόν  Βύρωνα, κατά  τήν ἐπιστροφή  του  ἀπό  τήν  Κρήτη).
Ἔτσι ἱδρύθηκαν  πολλές  Μονές, κυρίως στήν  περιοχή  τῆς  Ἀττικῆς, οἱ  ὁποῖες  προσέφεραν  μεγάλες ὑπηρεσίες  στόν  ἀγῶνα  τῶν  εὐσεβῶν  κατά  τῆς  καινοτομίας. Τό  1927 ὁ  ἀρχιμ.  Ματθαῖος  Καρπαθάκης (ἔπειτα Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Βρεσθένης  καί  Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν), ἵδρυσε τήν γυναικεία  Ἱερά  Μονή  Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης  Κερατέας (τό 1950 μέ  400 Μοναχές !) καί ἀργότερα (τό 1934) τήν  ἀνδρική Ἱερά  Μονή Μεταμ. Σωτῆρος  Κουβαρᾶ (τό 1950 μέ  170 Μοναχούς !). Τό  ἴδιο  ἔτος 1927, ὁ  Ἱερομόναχος Παρθένιος Σκουρλῆς (ἔπειτα Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Κυκλάδων), ἵδρυσε  τήν γυναικεία Ἱερά Μονή  Κοιμ. Θεοτόκου Πάρνηθος (τό 1960  μέ 80 Μοναχές !). Τό 1932 οἱ  Ἱερομόναχοι  Χρύσανθος  καί  Γόρδιος,  ἵδρυσαν  τήν  ἀνδρική  Ἱερά  Μονή Παναγίας  Ἄξιον  Ἐστί  Βαρυμπόμπης. Τό  1934 ὁ  ἀρχιμ. Ἀρτέμιος  Νοδαράκης,  ἵδρυσε  τήν  γυναικεία Ἱερά Μονή  ἁγ. Ἀρτεμίου  Κορυδαλλοῦ. Τό  1939  ὁ  ἀρχιμ. Ἀκάκιος  Παππᾶς (ἔπειτα  Ἐπίσκοπος  Γ.Ο.Χ. Ταλαντίου καί  Ἀρχιεπίσκοπος  Ἀθηνῶν), ἵδρυσε  τήν  γυναικεία  Ἱερά  Μονή  ἁγ. Νικολάου  Παιανίας. Τό  1940  ὁ  ἀρχιμ. Ἰλλαρίων  Οὐζουνόπουλος, ἵδρυσε  τήν  γυναικεία  Ἱερά  Μονή  Εὐαγγελιστρίας  Συκαμίνου  Ὠρωποῦ. Τήν ἴδια περίοδο ὁ ἀρχιμ. Γεράσιμος Διονυσιάτης, ἵδρυσε τήν γυναικεία Ἱερά Μονή ἁγ. Γεωργίου Μελισσοχωρίου Θηβῶν.] 
Ὁ  μακάριος  Γέρων  Ἱερώνυμος, εὐλόγησε τήν ἵδρυση τῆς δικῆς  του  πνευματικῆς  καταφυγῆς, τῆς  Ἱερᾶς Μονῆς  ἁγ. Παρασκευῆς  Ἀχαρνῶν, τό  ἔτος  1927. Τήν  Μονή  ἵδρυσε  ἡ  πνευματική  του  θυγατέρα  Ἀνδρομάχη Ἡλιοπούλου (ἔπειτα  Γερόντισσα  Χριστονύμφη), μαζί  μέ  τήν κατά  σάρκα μητέρα  της  Ἀγγελική (ἔπειτα Μοναχή Ἀγαθονίκη), μέ  δικά  τους χρήματα, σέ  κτῆμα  πού  ἀγόρασαν  οἱ  ἴδιες,  στούς  πρόποδες  τῆς  Πάρνηθος, ὡς Μετόχιο  τῆς  Μονῆς  ἁγ. Παύλου. «Στόν πνευματικό  ατό  μελισσνα  τς  Γνησίας ρθοδοξίας,   Γέροντας διλθε πλέον τά τελευταα  τη  τς  ζως  του, φωτιζόμενος  καί  φωτίζων. ξιώθηκε μάλιστα νά  δη  κάποτε  τήν  γ. Παρασκευή, ντός  το  δυτικο  περιβόλου  τς  Μονς, κε  που  σήμερα  πάρχει  Προσκυνητάρι  πρός  τιμήν Της».
Στό  παλαιό Μοναχολόγιο  τῆς  Μονῆς σημειώνονται  τά  ἑξῆς  σχετικά: (Ὁ Γέρων  σκέφθηκε) «νά  κτίσ τό ερόν τοτο  συναστήριον, γιά νά νσπείρ  τόν  τς  εσεβείας  σπόρον  καί  θερμάν τήν  τς  ρετς  σκησιν  καί τό  σπουδαιότερον διά νά  μεταδώσ  τήν  ν  γί  ρει  νθεον  πολιτείαν  τν  σοφν  νδρν  καί  ες  τό  γένος τν  γυναικν  τς  λλάδος». 
Ἡ  ἵδρυσις  τῆς  Μονῆς  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς  ἀποτέλεσε  γιά  τόν  Γέροντα  πηγή  διώξεων  ἀπό τούς καινοτόμους. «  γιορείτικη  συνείδηση  το  Γέροντα  - γράφει  ὁ  Κων. Δημητρᾶς - ντέδρασε  καριαία  καί επε  «χι»  στήν  καινοτομία. (Ὅμως)    ζλος του  ατός  γιά  τήν  ρθοδοξία, εχε ς  ποτέλεσμα  νά δοκιμασθ μέ  θλίψεις, συκοφαντίες  καί  διωγμούς, μέχρι  το σημείου  νά  κατεδαφίσουν (περιγράφει  ὁ  ἴδιος  ἐμμέτρως),«ναόν  τόν  θεον  καί  ερόν  Παρασκευς  γίας, ο  ριστοι  καί  πιστοί  φίλοι  τς  σεβείας  καί  πιστήμης  τς μωρς  καί  τς  σαρκολατρείας Ὅμως  ὁ  Γέροντας  ἐμμένει  σταθερά. «Τήν  πίστιν  τν Πατέρων  μας, τν θαυμαστν  γίων, ποτέ  δέν  θά  φήσωμεν, ποτέ  δέν  θά  δεχθμεν  προσθήκην  καί  φαίρεσιν, στω  γνωστόν  ες λους. Καλς  τά  πάντα  χουσιν,  ο  γιοι  γίως  θέσπισαν, δίδαξαν  καί  χουσιν  ρίστως.   γάρ  τολμν  τά για  να  μεταρρυθμίση, νοσε  σθένειαν  δεινήν, σέβειαν  τοτ’ στιν, τά  σεβ  γάρ  γαπ, δέχεται  καί φυλάττει».
Στό παλαιό Μοναχολόγιο  τῆς  Μονῆς ἀναφέρονται  τά  ἑξῆς  σχετικά: «ξιον  σημειώσεως  δέ  εναι, τι πειδή  κτίζετο  καθ’ ν  ποχήν  κατεδιώκοντο  ο  κρατοντες  τήν  ρθοδοξίαν  καί  τά  πάτρια, φίστατο καί   θεος  οτος  Πατήρ αστηράν  καταδίωξιν. Καί  χι  μόνον  μποδίζετο  νά  κτίσ  τό  ερόν  τοτο  συχαστήριον, λλά  καί    διος    Πατήρ κατεδιώκετο. Παρ’ λα τατα ξλθε  νικητής  διά  τς  θείας  δυνάμεως  καί  δο περατωθέν  τό ερόν  συχαστήριον  κοσμεται  νν  διά  τν  παρθένων  πού σκονται ες  πσαν  ρετήν».
Δυστυχῶς  μαρτυροῦνται  καί  δολοφονικές  ἐπιθέσεις  κατά  τοῦ  μακαρίου  ἀνδρός. Σέ πολλές  περιπτώσεις οἱ  ἐπίδοξοι  δολοφόνοι ἔφθασαν  στό  μοναστῆρι  δῆθεν  γιά  νά  ἐξομολογηθοῦν, ἔχοντας  κάτω  ἀπό  τά  ροῦχα τους  μαχαίρια  ἤ  καί  περίστροφα, ἀλλά  ἐνώπιον  τῆς  ἀρετῆς καί  τῆς  ἁγιότητος τοῦ  Γέροντος  Ἱερωνύμου ἔφευγαν  ἄπρακτοι ἤ  γίνονταν  πιστά  πνευματικά  του  τέκνα. (Μία  φορά  τό  φονικό  ὅπλο  ἔπεσε  ἀπό  τό σακάκι  τοῦ  ὑποψηφίου  δράστη, λόγῳ τῆς ταραχῆς  πού  τοῦ  προκάλεσε ἡ  θέα  τοῦ  ἀκτινοβολοῦντος προσώπου τοῦ  Γέροντος). Σέ  μία  περίπτωση, Νεοημερολογῖτες  Ἱερεῖς  ἔστειλαν  στόν  Γέροντα  δηλητηριασμένα πορτοκάλια, ὁ  μακάριος  Πατήρ  ὅμως, φωτιζόμενος  ἀπό  τό  Ἅγιο  Πνεῦμα, ἔδωσε  ἐντολή  νά  μήν  παρατεθοῦν στήν  τράπεζα, ἀλλά  νά  πᾶμε  στό  χημεῖο  γιά  ἐξέταση, ἡ  ὁποία  τελικά  ἀπέδειξε  ὅτι  ἦταν  δημητηριασμένα  μέ στριχνίνη!
Ἡ  Ἱερά  Μονή  ἁγ. Παρασκευῆς  ἦταν  ἕνα  ταπεινό  μοναστήρι, χωρίς  μεγάλες  κτηριακές  ἐγκαταστάσεις καί πολυάριθμη  ἀδελφότητα. Ἐπί  τῶν  ἡμερῶν  τοῦ γ. Ἱερωνύμου  εἶχαν  ἀνεγερθεῖ  ὁ  Ναός  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς  καί  τό  Παρεκκλήσιο  τῆς  Κοιμ. Θεοτόκου (ἁπλοῖ, μονόχωροι  ναοί, πλήν  ἰδιαιτέρως  κατανυκτικοί) καί  οἱ  ἀναγκαῖες  γιά  τήν  μικρή  ἀδελφότητα  ἐγκαταστάσεις.
Στό  ταπεινό  αὐτό  μοναστήρι, κοντά  στόν Πνευματοφόρο  γ.  Ἱερώνυμο, εὕρισκε  ἀνάπαυση  καί καταφυγή  καί  ὁ  Ἡγέτης  τῶν ἀγωνιζομένων  κατά  τῆς  εἰσαγωγῆς  τῆς καινοτομίας τοῦ  Νέου  Ἡμερολογίου, Μητροπολίτης  πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος  (Καβουρίδης, + 1955), διακονούμενος  ἀπό  τήν  ἔπειτα  Γερόντισσα Παρασκευή.
προορατικός  καί  σημειοφόρος  Πνευματικός
Ὁ  μακάριος Γέρων  Ἱερώνυμος ἔμεινε στήν  συνείδηση  τοῦ λαοῦ  τοῦ Θεοῦ  ὡς  διακεκριμένος  καί Πνευματοφόρος  Πνευματικός, ἐλεημένος  μέ  τά Ἁγιοπνευματικά  χαρίσματα  τῆς  προοράσεως  καί  τῆς διοράσεως. Ἤδη  ἀπό  τήν  περίοδο  τῆς  ἀσκήσεως  στό  Ἅγιο  Ὄρος, ἡ  φήμη  του  ὡς  προορατικοῦ Πνευματικοῦ  κυκλοφοροῦσε  εὐρύτατα. Ἀργότερα  στόν  κόσμο, μάρτυρες  τοῦ  προορατικοῦ  του  χαρίσματος ὑπῆρξαν γνωστά  πρόσωπα  τοῦ  ἀγῶνος  κατά  τῆς  καινοτομίας, ὅπως ὁ  Μοναχός  Μάρκος  Χανιώτης  καί  οἱ Ἠλίας  Ἀγγελόπουλος  καί  Ρῆγας  Ζαφειρίου.
Ὁ  μακάριος  Πατήρ  καί  μετά  τήν  ἐγκατάστασή  του  στήν  Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς, συνέχισε  τήν αὐστηρή ἄσκηση  τῆς Ἀθωνικῆς ἐρήμου. Ἄν  καί  ὡς  μοναχός  τηροῦσε  τήν ἄσκηση  τῆς  ἀλουσίας  καί  δέν  ἐπέτρεπε  στίς ἀδελφές  νά  τόν  περιποιοῦνται, ἐν  τούτοις  σωματικῶς  εὐωδίαζε! Ἡ  προσευχή  του  ἦταν  ἀδιάλειπτη  καί  οἱ μετάνοιες  του  περίπου 3.000  τό  24ωρο! Ἡ  ἀείμνηστη  Γερόντισσα  Παρασκευή, ἡ  ὁποία  ὡς  μοναχή  τόν διακονοῦσε, εὕρισκε  πολλές  φορές  βρεγμένο  πάτωμα  τοῦ  κελλιοῦ  του,  ἀπό  τά  πολλά  του δάκρυα! Ἀκόμη, ἀρκετά  ἔξω  ἀπό  τήν  Μονή, στίς  πλαγιές  τῆς  Πάρνηθος, εἶχε  βρεῖ  ὁ  Ὅσιος  Πατήρ  μία  ἄγνωστη  στούς πολλούς σπηλιά, στήν  ὁποία  ἀποσύροταν  κατά  καιρούς  γιά  περισσότερη  ἄσκηση.
Ἀποτέλεσμα  τῶν ἀγώνων  αὐτῶν  ἦταν  ἡ  ἐφέλκυσις  τῆς  χάριτος  τοῦ  Ἁγίου  Πνεύματος, ἡ  ὁποία γινόταν  φανερή  μέ  πολλούς  τρόπους. Κάποτε, κατά  τήν  ἀνέγερση  τῆς  Μονῆς  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς, ἐνῶ ἐργαζόταν μέσα στήν  βροχή, ἐν  τούτοις  ἔμενε  στεγνός! Στήν  συνέχεια  ἀναφέρονται χαρακτηριστικά περιστατικά, σχετικά  μέ  τό  προορατικό  του  χάρισμα:
Σύμφωνα  μέ  μαρτυρία  τοῦ  γ. Χρυσάνθου  Ἁγιαννανίτου, ὅταν  ὁ  γ. Ἱερώνυμος  ἐγκαταβίωνε  στήν Μικρά  Ἁγία  Ἄννα, «μίαν  μέραν   Ταχυδρόμος  φερεν  μίαν  πιστολήν  διά  τόν  π. Παντελεήμονα, τόν  ποον μως  δέν ηρεν  κε, διότι  εχε  μεταβ  ες  ργασίαν. πιστρέφων    Ταχυδρόμος  τόν συνήντησε καί  δωσε  ες ατόν  τήν  πιστολήν, τήν  ποίαν εχεν  ποστείλει    π. ρσένιος  πό  τήν  Σαλαμνα. Μόλις  φθασεν    Γέρο-Παντελεήμων  ες  τήν  Καλύβην  των,  τόν  ρώτησεν    Γέροντάς  του  Παπά-ερώνυμος:
«  Ταχυδρόμος  εχε  να  γράμμα  διά  σένα, τό  πρες;»
«χι», πεκρίθη κενος.
  Παπά-ερώνυμος,  ς διορατικός  που  το,  επε  ες  ατόν: «Πρόσεχε  τό  ντουλαπάκι  σου  καί  μή κρύπτης  τίποτε»,   Γέρο-Παντελεήμων  μως  δέν  τόν  κουσε.
το  ποχή  θέρους  τότε  καί  πήγαιναν  ο  Πατέρες  ες  τόν  Παπά-ερώνυμον  διά  ξομολόγησιν. λλο τίποτε  δέν  εχον  διά  νά  προσφέρουν  είς  ατούς, παρά  μόνον  ν  ποτήριον  ψυχρο  δατος  μέ  λίγα  σκα, που κοπτον  πό μίαν  συκιά. πγε, λοιπόν, Γέρο- Παντελεήμων  νά  κόψ  σκα. Πρός  τοτο  νλθε  πάνω  ες δύο  δοκούς, κ  τν  ποίων  μως    μία  αφνιδίως  σηκώθη  καί  τόν  ρριξε  ες  τούς  βράχους, μέ  ποτέλεσμα νά  ποστ  κάταγμα  ες  τήν  ριστεράν  χεραν  του. πό  τούς  φορήτους  πόνους  φώναζε  γοερς. κουσε  τάς φωνάς  του   Παπά-ερώνυμος  καί  ξλθε  νά  δ  τί  συμβαίνει. ταν  τόν  εδεν  επεν  πρός  ατόν: «Ελογημένε νθρωπε, δέν  σο  επα  νά  προσέχης  τό  ντουλαπάκι  σου  καί  νά  μήν  κρύβης  τίποτε; Τώρα  τί  θά  γίνη;»
  Γέρο-Παντελεήμων  ζήτησε  συγχώρησιν  καί  κατόπιν  μετέβη  ες  τούς  γονες  του  ες  τόν  Πειραι, λλά  δέν  ερέθη  νθρωπος  νά  τόν  θεραπεύση».
Τό  ἀκόλουθο  περιστατικό  διασώζει  ὁ  Ἁγιαννανίτης Ἀρχιμ. Χερουβείμ, κτίτωρ  τῆς  Μονῆς  Παρακλήτου Ὠρωποῦ, στό  βιβλίο  του  περί  τοῦ  Πνευματικοῦ Σάββα Ἁγιορείτου: «Στήν λικία  τν  14  τν, μέ  εχε ντυπωσιάσει    πόμενη  στορία: Μία  ελαβεστάτη  νέα  σέ  να  γειτονικό  σπίτι  στόν  Πειραι, ντήλλαξε  τήν κοσμική  σύγχυση  «μέ  τήν  μοναχικήν  καί συνδύαστον  πολιτείαν» (ἐπρόκειτο γιά  τήν  Ἀνδρομάχη Ἡλιοπούλου, ἔπειτα Γερόντισσα  Χριστονύμφη). Ο  δικοί  της  καί  μάλιστα  τ’ δέλφια  της, μέ  πικεφαλς  τόν Διονύσιο, τόν μεγαλύτερο, τήν  ναζητοσαν  παντο. ναστατωμένοι, μέ  πολύ  γριες  διαθέσεις, πνεαν  μένεα  ναντίον της, καθώς  καί  ναντίον  το  μοναστηριο  πού  τήν  εχε  δεχθ.  ργοσαν  μως  νά  τήν  νακαλύψουν, μέχρι  πού στρεψαν  τήν  προσοχή  τους  στήν  περιοχή  τς  Πάρνηθος.   δελφή  τους  βρισκόταν  κε, στήν  ερά  Μονή γ. Παρασκευς, καί  κε γινόταν  τώρα    ρευνα.
Πέρασαν τήν πύλη. πέναντί  τους  σ’ να  μπαλκόνι, ξεχώριζε  κάποιος λικιωμένος  μοναχός. Τούς  ταν φυσικά  γνωστος. Δέν  ξεραν οτε πώς νομαζόταν ερώνυμος, οτε πώς  ταν  Πνευματικός, οτε  πώς  δέν βλεπε. πόμενο  ταν  νά  τούς  γνο  κι  κενος. μως   ερομόναχος  ατός  τούς  αφνιδίασε. Σηκώθηκε  πό τό  κάθισμά  του, στράφη  πρός  τό  μέρος  τους  καί  τούς  καλωσόρισε:
«Καλς τόν Διονύσιο. λτε, περστε, καλς  λθατε. δ  χουμε  τήν  δελφή σας»!
Τό  μόνο  πού  χρειαζόταν  νά  προστεθ στίς  κπλήξεις, ταν    διαπίστωσις  πώς    Γέροντας  εχε  τελεία τύφλωση! μειναν  μβρόντητοι λοι  τους, τά  εχαν  κυριολεκτικά  χαμένα  καί  δέν  ξεραν  τί  νά  ποθέσουν. Ζοσαν  τό  ερό  ργος κάποιου μυστηρίου. Τυφλός  νθρωπος  καί  νά  βλέπη!  Καί  νά  ξέρει  ποιός εσαι  καί  γιατί ρθες! Καί  νά  σέ  φωνάζει  μέ  τό  νομά  σου! Μία  πέραντη  ελάβεια  καί  συγχρόνως  να  δέος  κατέλαβε  τίς ψυχές  τους. Εχαν  πέναντί  τους  ναν Προφήτη. Καί  ποιό  ταν  τό ποτέλεσμα; χι  μόνο  δέν  νώχλησαν  τήν δελφή  τους  καί  δέν  δημιούργησαν  πεισόδια  στό  μοναστήρι, λλά  πό  σπονδοι  χθροί, γιναν  μνηταί  το Μοναχισμο. Δέν  ερισκαν  λόγια  νά  γκωμιάσουν  τόν  θαυμαστόν  κενον  νιθρωπο  το  Θεο.
Στή  γειτονιά  μου, νθυμομαι, λοι  συζητοσαν γιά τήν  νέλπιστη  μεταστροφή  τους. λοι  τριβαν  τά μάτια  τους,  μέ  τά  παράδοξα  πού  βλεπαν. μένα  τό  γεγονός  μέ  εχε  συνεπάρει. Μο  ρρίπιζε  μέσα  μου πόθους  ψηλούς   θαυμασμός  μου  γιά  τόν  τυφλό  Παπά-ερώνυμο  δέν  εχε  ρια. Τότε  γιά  πρώτη  φορά  μαθα πώς  πάρχουν  νθρωποι  μέ προορατικό  χάρισμα».
Μαρτυρία  περί  τοῦ  προορατικοῦ  τοῦ  Γέροντος  Ἱερωνύμου  καταθέτει  καί  ὁ  διάδοχος  τοῦ  ἀρχιμ. Χερουβείμ  στήν  ἡγουμενεία  τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς Παρακλήτου  Ὠρωποῦ, ἀρχιμ. Ἰγνάτιος.
Μετά  τήν  ὁριστική ἔξοδό  του  στόν  κόσμο  (1923), «  όμματος Παπά-ερώνυμος (ἀφιερώθηκε) καθαρά στό  ργο  τς  ξομολογήσεως, καθοδηγώντας  κατοντάδες  πιστούς  πού  προσήρχοντο  καθημερινά  πό λη  τήν ττική, διά  νά  ξομολογηθον  ες  τόν  γιον Γέροντα  καί  νά  λάβουν  πνευματικά  φόδια, παρηγοριά  καί νίσχυση  κατά  τά  μαρα  καί  πονεμένα  κενα  χρόνια  τς  προσφυγις  καί  τς  δυστυχίας. Σπάνια  δέν  θά περίμενε  κανείς  ρκετή  ρα, γιά  νά  λθη    σειρά  του  γιά  ξομολόγηση. λους  τούς  κουγε  κούραστα  καί πομονετικά. κατοντάδες  ναπαύθηκαν  στό  πετραχήλι  του  καί  φυγαν  νακαινισμένοι  καί  λευθερωμένοι  πό τά  δεινά  τς  μαρτίας».
«Εχεν  τόσον  μεγάλην  φοσίωσιν π. ερώνυμος ες  τό  ερόν  Μυστήριον  τς  ξομολογήσεως – γράφει  ὁ γ. Χρύσανθος – καί  τόσον  πόθον  διά  τήν  σωτηρίαν  τν  ψυχν, στε  ξωμολόγει    είμνηστος  Πατήρ  λην σχεδόν  τήν  μέραν, λησμονν  νά  λάβ  καί  ατήν  τήν  ναγκαίαν  τροφήν! Πολλάκις  τό ρόφημα    τό  λίγον φαγητόν  που  φεραν  ες  ατόν, τά  ερισκον  θικτα!   ψυχή  του  τρέφετο  πό  τήν  γάπην  πρός  τόν  Θεόν καί  πρός  τόν  πλησίον».
Ὁ  Γέρων  Ἱερώνυμος «χάνει  τό  φς τν  φθαλμν  του – σημειώνει  ὁ  Μοναχός  Μωϋσῆς Ἁγιορείτης –καί  αξάνεται  τό  ντός  του.   θεος  φωτισμός  το  δίνει  τό  χάρισμα  τας  προοράσεως, πως  μολογον πολλοί. Μή  μπορώντας  νά  λειτουργε, φιερώθηκε  στό  ξομολογητικό  ργο  κι  γινε  μπειρος  Πνευματικός, δηγός  πολλν  μοναχν  καί  λαϊκν. Τά  ταπεινά  οκήματα  καί  μοναστηράκια,  πού  τυφλός  πισκεπτόταν  τά τελευταα  του  χρόνια, σπάνια  τόν  βλεπαν  μόνο, γιατί  πάντα  τόν  περικύκλωναν  ψυχές  πού  ζητοσαν  δηγίες πό  ναν  ξιο  γιορείτη. Παντο  καί  πάντοτε κήρυττε  τόν  Χριστό, νουθε-τοσε, συμφιλίωνε, συγχωροσε, δινε θάρρος, παραμυθοσε  κι  ἐνίσχυε  μέ  τόν  θεοφώτιστο  λόγο  του. φισιωμένος  πλήρως  στό  ξομολογητικό  του ργο, λησμονοσε  πολλές  φορές  καί  νά  γευματίσει.   ψυχή  του τρεφόταν πό  τήν  πρός  τόν  Θεό  καί  τόν πλησίον  γάπη  του».
«κτός  πό  τίς  μοναχές  τς Μονς  τς γ. Παρασκευς – γράφει  ὁ  Ἀντ. Στιβακτάκης -   Γέροντας  εχε καί  δεκάδες  λλα  πνευματικά  παιδιά, τά  ποα  ναζητοσαν  κοντά  του  πνευματική  νάπαυση  καί  νάταση, στήριγμα  δυνατό  καί  δηγό  σφαλή  καί  ξιο, γιά  νά  συνε-χίσουν  τήν  πορεία  τς  ζως  τους. Πολύ χαρακτηριστική  εναι    περίπτωση  το Γέροντα νθίμου  (Ἁγιαννανίτου),   ποος  κατά  τήν  νεότητά  του μαθήτευσε  κοντά  στόν Γέροντα  ερώνυμο (ὁ  ὁποῖος)  πρξε  γι’ ατόν  πνευματική πυξίδα  καί  δύναμη  στήν περαιτέρω  σκητική  καί  πνευματική  του  πορεία».
Ὁ  βιογράφος τοῦ  γ. Ἀνθίμου  Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, Μέγας  Ὑμνογράφος  τῆς  τῶν  Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, γράφει  σχετικά: «  Θεός  φερε  στόν  δρόμο  του,  τόν  νάρετο  γιοπαυλίτη Πνευματικό  ερώνυμο, πού  το συμπαραστάθηκε  καί  ς  λάνθαστος  ποδηγέτης  τόν δήγησε  στά  μονοπάτια  τν  θεϊκν  νταλμάτων καί  τς  σωτηρίας, στα  γάργαρα  νερά  το «δατος το  λλομένου  ες  ζωήν  αώνιον» (ω. δ’ 14). Ο  γρυπνίες το  π. ερωνύμου,   διάλειπτη  καρδιακή  προσευχή «Κύριε  ησο  Χριστέ, λέησόν με  τόν μαρτωλόν», ο νηστεες  καί  ο  κάθε  εδους  κακοπάθειες  το  σώματός  του,   γάπη  του  γιά  λους,   ψοποιός  ταπείνωσή του  καί  τό  πλθος  τν  ρετν  του, τόν  νέδειξαν  μέ  τήν  χάρη  το  Θεο  μπειρο  καί προορατικό  Πνευματικό.
Ατόν  στειλε  καί    Θεία  Πρόνοια  στό  δρόμο  το  μικρο  Κωνσταντίνου (μετέπειτα Γέροντα  νθίμου), γιά  νά πλάσει  τήν  επλαστη  καρδιά  του,  σύμφωνα  μέ  τό  αώνιο  θέλημα  το  οράνιου  Πατέρα. ργότερα, ταν   π. ερώνυμος,  πό  σοβαρή  σθένεια  τν  ματιν  του,  στερήθηκε  το  φυσικο  φωτός, δέχθηκε  πό  τόν Φωτοδότη  Κύριο  αξηση  το  πνευματικο  φωτός  καί λαβε  τό  προορατικό  χάρισμα, μέχρι  τέλους  τς  πί γς πολιτείας  του».
Κάποτε  εἶχε  ἔρθει  στό  μοναστῆρι  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς, μία  γυναῖκα  γιά  νά  ἐξομολογηθεῖ. «Τελειώνοντας  - μαρτυρεῖ ἡ  Γερόντισσα Μακρῖνα - τήν  ρωτ    Γέροντας:
«χεις  τίποτα λλο νά  ξαγορευτς;»
«Δέν  χω  τίποτα  λλο, γιε  Πνευματικέ», το  πάντησε  ατή.
 μως  κοντά  στό  μοναστρι πρχε  ρέμα, που  πήγαιναν  ο  γυνακες  καί  πλεναν  ροχα. Κάποια γυνακα  πλωσε φασμα  πού  καναν  πουκάμισα. Ατό  τό  φασμα  εχε πάρει   εξομολογούμενη, τό  ποο πέκρυψε  στήν  ξομολόγηση  πό  τόν  Γέροντα. Τότε    Γέροντας  τς  ποκαλύπτει  τήν πράξη  της  λέγοντας: «κενο  τό  ρουχαλάκι  στόν  φράκτη;»
Κάποια  λλη  προσκυνήτρια, πρε  να  σκαλιστήρι  πό  τόν  κπο  τς  μονς, τό  ποο  καί  ατό  «εδε»   Γέροντας.»
Ὅμως  πέραν  τοῦ  προορατικοῦ  χαρίσματος  ὁ  μακάριος Γέρων Ἱερώνυμος  ἦταν  ἐλεημένος  καί  μέ  τό χάρισμα  κατά  τῶν  πονηρῶν  πνευμάτων. «Τόση  ταν    κτινοβολία  τς  ρετς  του  - σημειώνει ὁ  Κων. Δημητρᾶς -  στε  και  τά  δαιμόνια  τόν  τρεμον  καί διά  στόματος  δαιμονισμένων  νθρώπων, κραύγαζον  στούς πιστούς  πού  νήρχοντο  στό  μοναστήρι  το π. ερωνύμου: «Στό σπίτι  το  στραβο  πηγαίνετε»!
Σέ  μία  ἄλλη  περίπτωση, ὁ  Ὅσιος  Πατήρ  ἐμφανίσθηκε  ὀφθαλμοφανῶς  σέ  κάποιες  προσκυνήτριες, χωρίς  βεβαίως  νά  φύγει  ποτέ  ἀπό  τό  μοναστήρι  του, κάτω  ἀπό  τίς  ἀκόλουθες  συνθῆκες: «Ο  προσκυνήτριες παρέμειναν στό  μοναστήρι  γιά  τήν  κολουθία  το  σπερινο καί μετά  τό  τέλος  τς  κολουθίας, νεχώρησαν γιά  τίς  οκίες των  πεζ. Προπολεμικά, κε  πού  σήμερα  εναι    Φιλαδέλφεια,   περιοχή  το  ρκετά ραιοκατοικημένη. Στό δρόμο  τους  εδαν  ο  γυνακες  κάποιους  νά  καπνίζουν  καί  φοβήθησαν - ρημος  γάρ   τόπος - καί  σκέφθησαν  νά  γυρίσουν  στόν  π. ερώνυμο. μως  κείνη  τήν στιγμή,  φάνη  μπρός  τους    σιος Γέροντας, καθησυχάσας  ατές  καί  νθαρρύνοντας  νά  συνεχίσουν  τήν  πορεία  τους  γιά  τήν  οκία  τους».
Ἄλλοτε, σέ  μία  κυρία  (τήν  Εὐαγγελία  Ἴσσαρη), ἡ  ὁποία  μέ  τόν  σύζυγό  της  ἦταν  πνευματικά  του τέκνα, προεῖπε  ὅτι  θά  μείνει  ἔγκυος, θά  γεννήσει  ἀγόρι  καί  θά  τό  ὀνομάσει  Ἰωάννη! Ὅταν  ἡ  προφητεία  του ἐκπληρώθηκε, τόν Ἰωάννη  τόν  ὀνόμαζαν «παιδί  το Γέροντος  ερωνύμου»! Μάλιστα, ὅταν  ἀπεβίωσε (σέ μεγάλη  ἡλικία), τόν  ἐνταφίασαν  στό  Κοιμητήριο  τῆς  Μονῆς.
Λίγο  πρίν  τήν  κοίμηση  τοῦ  μακαρίου  Γέροντος, τόν  ρώτησε  ἡ  Γερόντισσα  Χριστονύμφη (γεμάτη φόβο  γιά  τήν  ἐπικειμένη ἐκδημία του καί τόν  ἀπορφανισμό  τους  μέσα  στή  δύνη  τῆς  Κατοχῆς  καί  τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ἀλλά  καί  ἀπό  τήν  ἐρημιά τοῦ  τόπου): «Πατέρα  μου, πού  μς  φήνετε  μέσα  στούς λύκους καί  τίς  λεπούδες;»  «Μήν  στενοχωρεσαι –τῆς  ἀπάντησε  ὁ  γ. Ἱερώνυμος, φωτιζόμενος  ἀπό το  Ἅγιο Πνεῦμα - ν  θέλει    Θεός, κόμη  καί  πό  τήν  φρική  θά  σς  στείλει  νθρωπο»! Πράγματι  μετά  τήν κοίμησή  του, συνδέθηκε  μέ  τήν  Μονή  ὁ  μεγαλο-ἰχθυέμπορος Γ. Κόβερης  ἀπό  τό  Μαρόκο (!), ὁ  ὁποῖος  μέχρι καί  τόν  θάνατό  του, τό  2002, εἶχε  ὑπό  τήν  εἶχε ὑπό τήν προστασία  του! Ἀπό  τό  περιστατικό  αὐτό ἀποδεικνύεται  ἀκόμη  περισσότερο τό  προορατικό  χάρισμα  τοῦ  Ὁσίου  Πατρός.
1943. Τό  τέλος  τς  πίγειας  πορείας.
Ὁ  μακάριος  γ. Ἱερώνυμος  κλείνει  τήν  ἔμμετρη  αὐτοβιογραφία  του, μέ  μία  εὐχή/παράκληση  πρός  τήν Ὑπεραγία  Θεοτόκο. «λέησον  καί  μέ  τόν  στατον  πάντων  καί  νοικτήν  τήν  εσοδον  νά  ερω Παραδείσου».  Ἐξαγνισμένος  μέ  τήν  ἄσκηση, στό  Ἅγιο  Ὄρος  καί  τόν κόσμο,  προετοιμασμένος «διά  τς κκλησίας  καί  ν  τ  κκλησί»  γιά  τήν  αἰωνιότητα, ἐλεημένος  μέ  τά  χαρίσματα  τοῦ Παναγίου  Πνεύματος, «  πολύαθλος Γέροντας εσέρχεται  στήν  κκλησία  τν Πρωτοτόκων,  στίς  15  ανουαρίου  1943». Ἀνεχώρησε γιά τήν οὐράνια  μακαριότητα, ἐπαναλαμβάνοντας  τήν  προηγουμένη προσευχή  του  πρός  τόν  Κύριό  μας, μέ  τήν ὁποῖα  ἔκλεισε  τήν ἔμμετρη  Αὐτοβιογραφία  του: «λέησον  καί  μέ  τόν  στατον  τν  πάντων  και  νοικτήν τήν  εσοδον νά  βρ  το  Παραδείσου».
  «ρχάς  το  1943, προαισθανόμενος  τήν  ξοδό  του  πό  τόν  μάταιο  τοτο  κόσμο, δύο  μέρες  πρό  τς κδημίας του, κάλεσε  τόν  ρχιμ. Χρυσόστομο  Νασλίμη (πνευματικό  του τέκνο), γιά  νά  λειτουργήσει  στή Μονή  καί  νά  μεταλάβει  τν  χράντων  Μυστηρίων. τσι  προετοιμασμένος  γιά  τό  μεγάλο  ταξείδι, παρέδωσε τήν  πάναγνη  ψυχή  του  στά  χέρια  το  ζντος  Θεο  μας, πού  πό  νεαρς  λικίας  κολούθησε  καί  πηρέτησε. Πλθος  πιστν  πό  λη τήν  ττική  συρρέουν  στό  μοναστήρι, γιά  νά  σπαστον  τό  σκνος  το  θαυμαστο καί  περιωνύμου  ερωνύμου, πού  ναδείχθηκε  σκητν  ποτύπωσις  καί  μοναχν  χειραγώγησις».
Ὁ  Ὅσιος  Πατήρ  ἐνταφιάσθηκε  στόν  ἐξωτερικό  περίβολλο  τῆς  Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς, ἔξω  καί  νοτίως τοῦ  Ναοῦ  τῆς  Ἁγίας. Ἀργότερα  δίπλα του  ἐνταφιάσθηκαν  ἡ  Μοναχή  Ἀγαθονίκη (+ 1945) καί ἡ Γερόντισσα Χριστονύμφη (+ 1974), ὡς  κτίτορες  τῆς  Μονῆς.  Τό  2001  πάνω  στούς τάφους  τους,  ὑψώθηκε  τό  Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ Παρεκκλήσιο  τοῦ  ἁγ. Ἱερωνύμου.
2000.   νακομιδή  τν  τιμίων του Λειψάνων.
Τήν 13η Σεπτεμβρίου  2000,  «μετά  τήν τέλεσι τς  Θείας  Λειτουργίας  στήν ερά Μονή γ. Παρασκευς χαρνν ττικς καί  Τρισαγίου  στόν  τάφο  το μακαριστο Κτίτορος καί  Πνευματικο  ατς Γέροντος ερωνύμου, πό  τόν  Σεβ. Μητροπολίτη κ. Κυπριανό, γινε    νακομιδή  τν  ερν λειψάνων  το  φημισμένου ατο  γιορείτου  Πνευματικο, ποος  νεπαύετο  στόν  περίβολο  τς  Μονς, δίπλα  στό  Καθολικό, πό  τς σιακς  κοιμήσεώς  του, τήν 15. 1. 1943. Παρευρέθησαν  μαζί  μέ  τήν  μικρή  δελφότητα  τς  Μονς  πό  τήν Γερόντισσα  Μακρίνα  καί  ρκετοί  πιστοί, στήν  ελαβική  συνείδηση  τν  ποίων    Γέρων  ερώνυμος  εναι  μία σύγχρονη γία  μορφή. Μέ  κατάνυξι  καί  δέος  πεκαλύφθησαν  τά  χροκίτρινα  ερά στ  το Γέροντος, ποπνέοντα  σιότητα  καί  παρηγορία
Στήν συνέχεια  ἐπί  τοῦ  τάφου  του (καθώς καί  τῶν παρακειμένων τῆς Γεροντίσσης Χριστονύμφης  καί  τῆς Μοναχῆς  Ἀγαθονίκης), ἀνηγέρθηκε  ὡραιότατο Παρεκκλήσιο Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, πρός  τιμήν  τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου  καί  αἰώνιο μνημόσυνο  τοῦ  μακαρίου  Γέροντος. Ἡ  τιμία  του  Κάρα, ἐξαιρετικοῦ  ὠχροκίτρινου χρώματος  καί  εὐωδιάζουσα, φυλάσσεται  ἐντός  τοῦ Ἱεροῦ  Βήματος  τοῦ  Ναοῦ  τῆς  ἁγ. Παρασκευῆς, ὅπως  καί τά  λοιπά  ὁσιακά Λείψανά  του.
Μεταθανάτια  πρός Θεόν παρρησία
πάρχουν σοβαρές καί ξιόπιστες μαρτυρίες γιά τήν μεταθανάτια παρρησία το μακαρίου Πατρός ερωνύμου, νώπιον το θρόνου  τς  θείας  μεγαλωσύνης. Κάποια  φορά  πού    Γερόντισσα  Χριστονύμφη ντιμετώπιζε  τίς  πίμονες  παιτήσεις  νός  δανειστο, βρκε - φο  πικαλέσθηκε  τήν  εχή  του  - χρήματα στό  δειο  ταμεο τς  Μονς!


Σημείωσις: Τό  προηγούμενο  κείμενο  ἀποτελεῖ  μία  πρώτη  προσέγγιση  τοῦ  βίου  τοῦ  μακαρίου  Πατρός  Ιερωνύμου. Ἄν  κάποιος  ἀπό  τολυς  ἀγαπητούς  ἀναγνώστες  ἔχει  κάτι  νά  προσθέσει, θά  τό δεχθοῦμε  εὐχαρίστως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου