Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Γέροντας Αυξέντιος Γρηγοριάτης (1892 - 1/14 Μαρτίου 1981)

35 χρόνια από την κοίμηση του μοναχού Αυξεντίου Γρηγοριάτου
[Επί τη σεπτή επετείω των τριάκοντα και πέντε ετών της οσιακής κοιμήσεως του Μοναχού Αυξεντίου Γρηγοριάτου (1-14 Μαρτίου 1981), εμβληματικής μορφής του αγιορείτκου μοναχισμού του 20ού αιώνος, δημοσιεύουμε τη σχετική μελέτη του συμμοναστού του, Δαμασκηνού μοναχού Γρηγοριάτου.] 
σιώτατος Μοναχός Αξέντιος Γρηγοριάτης, ταν τό καμάρι καί τό στολίδι τς Ιερς  Μονς μας. Ηταν σκητής το κοινοβίου, ετός τς θείας γάπης, θεωρός το κτίστου Φωτός, περιφρονητής τν γηνων καί ραστής τν ορανίων. 
Ηταν τό καύχημα τς μετανοίας. πλοτος τς θείας σοφίας, δυνάστης τν δαιμόνων, τς προσευχς τό λαμπρότατον τέμενος, πίγειος Αγγελος καί οράνιος νθρωπος.
Μέ ατά τά ταπεινά λόγια τόλμησα στό λάχιστο βέβαια, νά κθειάσω τήν σιακή προσωπικότητα το μακαριστο δελφο τς Μονς μας π. Αξεντίου.
Γνωρίζω τήν δυναμία τς γλώσσης μου, νά ξυμν τέτοιες μορφές, γι᾿ ατό καί κ τν προτέρων ζητ  συγγνώμη.
Πολλά γράφησαν φ᾿ του Οσιος ατός Μοναχός λλαξε τά πίγεια μέ τά οράνια, τά φθαρτά μέ τά φθαρτα. θεώρησα μως ναγκαον, νάμεσα στίς λλες βιογραφίες τν Αγιορειτν Γεροντάδων μας, νά προσθέσω καί τόν μακαριστό π. Αξέντιο, περιλαμβάνοντας συνοπτικά, τά στορικά στοιχεα γιά τήν ζωή του, τούς γνες καί τό μακάριο τέλος του.
 πίσης θά προσθέσω καί σα γεγονότα συνέβησαν μετά τήν κοίμησίν του, πρός δόξαν Θεο καί παινον το μακαριστο Γέροντος.
Ο Γέρων Αξέντιος, γεννήθηκε στήν Μάνδρα ττικς λευσνος) τό 1892. Τό κοσμικό του νομα, ταν θανάσιος Κωνσταντίνου. Προήρχετο πό εσεβ οκογένεια. πό τήν φηβική του λικία γάπησε τόν μονήρη βίο. Ο βιγραφίες Οσίων Πατέρων, πού πληστα διάβαζε, το εχαν νάψει τόν ζλο γιά τόν σκητικό μοναχισμό. Οταν μεγάλωσε, πηρέτησε ς στρατιώτης τήν Πατρίδα πί ρκετά χρόνια κατά τήν περίοδον  τν Βαλκανικν πολέμων. φο μέ τήν Χάριν το Θεο πέστρεψε σος, φυγε μέσως γιά τό Μοναστήρι το σίου Σεραφείμ το Δομβοτου, πού ερίσκεται κοντά στήν περιοχή τς γενετείρας του. κάρη κε ρασοφόρος Μοναχός καί μετ᾿ λίγον νεχώρησε γιά περισσότερη συχία καί προσευχή, γιά τόν ελογημένο Αθωνα.
Στήν Ιερά Μονή το Οσίου Γρηγορίου λθε τό 1920 σέ λικία 28 τν. Μετά να χρόνο, κάρη Μεγαλόσχημος Μοναχός μέ τό νομα Αξέντιος. πό τότε μέχρι τήν μέραν τς κοιμήσεώς του, πού συνέβη τό σπέρας τς γρυπνίας τς Κυριακς τς ρθοδοξίας το 1981, Γέροντας καιγε καί λυωνε ς μία λαμπάδα στό Μοναστήρι μας φωτίζοντας λους μέ τά νθεα κατορθώματά του καί τίς πλούσιες μπειρίες του. Μερικά πό ατά θά σημειώσουμε ν συνεχεί, ς φόρον τιμς καί γάπης πρός τήν γίαν του μορφή.
Ο Γέρο Ησύχιος, να χαριτωμένο γεροντάκι τς Μονς μας, πού τώρα σέ λικία 99 τν γηροκομεται στό γηροκομεο τς Μονς μας, μο επε τά ξς:
Ο Αξέντιος, δελφάκι μου, ταν γιος πό τήν μάννα του. Ηλθε τοιμος Καλόγερος πό τό Μοναστήρι τς πατρίδος του. κε μαθε λα τά καλογερικά καί λθε δ τοιμος. Μαζί διακονήσαμε στό Μετόχι Βούλτσιστα τς Κατερίνης. κενος πηρέτησε κε ς μάγειρος τρία χρόνια. ν λοι τρωγαν κρέατα, ατός οτε τά δοκίμαζε, καί παραδόξως πάντα ταν νόστιμα. Κρατοσε τήν σιωπή καί τήν εχή.
Ηταν πολύ ργατικός. Μακάρι ν᾿ ξίωνε καί μένα Θεός νά χω τό τέλος του.
Ο γράφων ζησε μαζί μέ τόν π. Αξέντιο ξι χρόνια. λλά καί λλοι Πατέρες, ο πρτοι πό τούς νέους, χουν πολλά νά διηγονται γιά τήν σιακή του πολιτεία.
Δέν γάπησε τίποτα πό τά φήμερα καί δέα το κόσμου. Ολη του τήν προσοχή τήν εχε νυψώσει πρός τά περχόμενα πηγγελμένα γαθά. Τά τελευταα 20 καί πλέον χρόνια, εχε χάσει τό φς τν σωμτικν φθαλμν του, λόγ καταρράκτου.
Το πρότειναν ο Πατέρες νά βγ γιά νά γχειρισθ, λλά δέν δέχθηκε καί προτίμησε νά παραμείνη τυφλός, μέχρι το θανάτου του.
Υπηρέτησε σέ πολλά διακονήματα τς Μονς, πως στήν κκλησία, στόν μλο, στό μαγειρεο, στά Μετόχια, στούς κήπους μέ ποδειγματική ργατικότητα καί γρήγορσι στήν εχή. Στό μλο ατός κατεσκεύασε τά πεζούλια, κτισε τίς μάνδρες, βγαλε τά χαλίκια πό τά κηπάρια καί τά καλλιέργησε γιά πρώτη φορά. 
Κάποια φορά κινδύνευσε πό τίς σφαρες νός κυνηγο. Ηταν νύκτα καί βγαζε τά χαλίκια πό τόν κπο ξω. Κάποιος κυνηγός νόμισε τι κε μέσα στούς θάμνους ταν γριόχοιρος. Θά πυροβολοσε, λλά Θεία Χάρις τόν σωσε.
Ποτέ δέν πεδίωξε στήν Μονή νά πάρ ξιώματα. Ητο εχαριστημένος μέ τό κατ᾿ τος διακόνημά του καί τήν μίμητον πτωχεία του. Στό κελλί του εχε μόνο τό ξυλοκρέβατό του, μία διχαλωτή καρέκλα, που τίς νύχτες κανε τίς γρυπνίες του, λίγες εκόνες καί τά λάχιστα χιλιομπαλωμένα ροχα του. Κρατοσε κόμη τό ζωστικό του, τό ποο ρραβε διος μέ σακορράφα καί κλωστή σπάγγο.
Εχε τόσο πολύ φθαρε, στε σήμερα δέν διακρίνεται πό τά πολλά μπαλώματα τό ρχικό του φασμα. Κάποιος Μοναχός, μακαρίτης π. νδρέας, ν ξερε τι Γέρο Αξέντιος δέν φορε, οτε ζητε καινούργοια ροχα, πγε να πόγευμα ξω πό τό κελλί του. Πρε τό κουρελιασμένο παντελόνι το παππο καί κρέμασε να λλο καινούργιο.
Ο παππος τήν λλη μέρα ζητοσε τό δικό του. Δέν τό βρκε, μά οτε καί διαμαρτυρήθηκε. Μετά πό ξι μέρες, φο π.'Ανδρέας διεπίστωσε τι δέν μπορε νά κάν τίποτε, πγε, πρε τό δικό του καί κρέμασε πάλι τό παλιό παντελόνι το Γέροντος.
γαποσε πολ τς κολουθες. Πρν ρχσουν πιανε τν τοχο κα σιγ-σιγ ψελλζοντας τν εχ τος Χαιρετισμος κποιου Αγου, κατευθυνταν πρς τν κκλησα.
Οταν κποια φορ πεσε κα κτπησε, δν ζτησε βοθεια, λλ οτε κα σταμτησε ν ψιθυρζ τν εχ. Στ νειτα του, φλογισμνος π τν πθο τς νοερς προσευχς, νεχρησε γι τ Κθισμα τς Παναγας, πο πχει π τν Μον 15 λεπτ.
Σ να μνα πστρεψε. 
Τν ρτησα γιατ γρισες Γροντα; Μο πντησε: «Εχε πει χωρς τν ελογα τς Μονς κα μ νωχλοσε λογισμς. π πλον μαθαν ο Χριστιανο, τι κποιος σκητεει κε κα ρχοντο ν μο ζητσουν συμβουλς. γ ββαια κρυβομουν στ δσος, λλ δν μποροσε ν γνεται ατ κθε μρα. Ετσι προτμησα ν κατβω πλι στν Μον γι ν γωνισθ χωρς ν μ ξρ κανες». 
Η βα του στ σιωπ κα στν εχ, ταν χαρακτηριστικ κα π τ ξς γεγονς: Κποτε ταν τν διακονοσα, διηγεται δελφς π,. Βασλειος, θλησε νας λλος δελφς ν τν συνοδεύῃ μετ τν Εσπεριν γι τ κελλ του. Στ δρμο σκφθηκε ν το μιλ διφορα πργματα δι ν διασκεδσ τν τφλωσ του.
Οταν τν μετφερε στν πρτα το κελλιο του, το επε μ αστηρ φος: «Θλω ν μ δηγς χωρς ν μο μιλς, γιατ θλω ν λω τν εχ».  Συχν μως πγαινε Παππος μνος του στν κκλησα, κουμβντας στν τοχο κα ψηλαφντας τος χρους πο ερισκε μπροστ του. 
Μλιστα δ μ τ δεξ του χρι κουμβοσε στν τοχο κα μ τ ριστερ του κλεινε τ ατ του γι ν μ κούῃ συνομιλες τν κοσμικν προσκυνητν. Ετσι ζοσε μυστικ μ τν δικοπη προσευχ στν καρδι τν Χρι το Θεο, μποδζοντας κθε τι τ ξωτερικ στν νοερ πικοινωνα του μ τν Θε.
Στν κκλησα κα τς κολουθες, μς λεγε τι ασθνεται ελευθερα, γι᾿ ατ κα ρχταν πρτος π᾿ λους. φο προσκυνοσε λες τς εκνες, φορητς κα τοιχογραφες, στεκταν στ μνιμο στασδι του, τ πρτο δεξι στν κυρως Να.
Πρν ρχσει νντη Ωρα ρωτοσε, ν κουγε τι κποιος περνοσε π δπλα του: «Ποος Αγιος γιορτζει αριο;». π᾿ κενη τν στιγμ θ ρχιζε ν κν κομποσχονι γι τν Αγιο τς αριανς μρας.
γνριζε δ μ κθε λεπτομρεια τν τξι τν κολουθιν. 'Εν κποιος παρλειπε κτι π γνοια προσεξα, τν διρθωνε λγοντς του, π.χ. Δξα Πατρ, λγε. Ἐάν διαβαστς δν κουγε διαφοροσε, το λεγε μ αστηρ φος: «βραος εσαι κα παραλεπεις τ μισ
Στ κελλ του εχε δο μικρ μεταλλικ κουτι πο γλα βλχας. Τ να τ χρησιμοποιοσε γι ν πν τ νερ, κα τ λλο γι τ κρασ. πειδ ατ εχαν σκουρισει, σκφθηκα ν τ πετξω κα ν βλω καινοργια νοξεδωτα. Το τ επα, λλ ταν ννδοτος. Δν θελε πολυτλειες. ρκετο στ πολτως ναγκαα.
Δν θελε ν κουρζ κανναν, γι᾿ ατ δν ζτησε οτε ν το σπρσουν τ κελλ, οτε ν το διορθσουν τν πρτα τ παρθυρα, οτε ζτησε λλα ροχα.
Εμεινε μ τ παλι, πο εχαν γνει κουρέλια.
Οταν τν ρωτοσα: «Τ θλεις ν φς; Μο λεγε: «Ο,τι χ τρπεζα». Τποτε τ διατερο. Καμμα διοτροπα. π τ πρωϊν φαγητ, κρατοσε τ μισ κα τ τρωγε τ πγευμα. Ττε συνθως πινε κα να τσϊ μ λγο κρασ. Μσα βαζε κα ρκετ ζχαρι κα μα φτα ψωμ.
Κποτε το εχα πρει καραμλλες. Το ρεσαν πολ. λλοτε εχε ζητσει ν το γορση π. Δαμιανς να κιλ. ταν τς πγε στ κελλ του, Γρο Αξντιος το επε ν τς κρατση στ κελλ του κα ν το φρνη μνο π δο κθε μρα.
Δν θελε ν χη περιττ πργματα στ κελλ του γιατ τν περαζε λογισμς του.
-Γιατ π. Αξντιε, θ σ πειρξη λογισμς σου;
, θ θλω ν κνω προσευχ κα νος μου θ πηγανη στς καραμλλες!!!
Κτι παρμοιο συνβη κα μ τν χαλβ. ταν εδα τι το ρεσε, το φερα να μπαστονι τν τριν κιλν. Τν λλη μρα μο επε: 
ρε τν χαλβ κα δν θλω ν μο φρης λλη φορ.
Ττοια βα σκοσε στν αυτ του, ταν βλεπε τι κποια νθρπινη δυναμα θ μποροσε ν το δημιουργση πνευματικ νωμαλα. ταν γι μς ληθινό πδειγμα βιαστο μοναχο.
ταν ταν στ τελευταα του κι μες περιμναμε τι δν θ ζση κμη πολλς μρες, τν πισκφθηκε ττε σεβαστός μας Γροντς. ταν τελευταα βδομδα, πρν ρχση Μεγλη Τεσσαρακοστ. Θλοντας λοιπν ν τν πειρξη Γροντας, τν ρωτ:  "Θ κρατσης κι σύ τ τριμερο τς νηστεας, π. Αξντιε;
Κα Γρο Αξντιος πνέοντας τ λοσθια στ κρεββτι του, το παντ μ ση δναμι το εχε πομείνει: "Να θ τ κρατσω, πρτα Θες".
λοι φυσικ γελσαμε κα Γροντας μειδιντας κα γυρζοντας πρς μς, μς; επε: "Εναι ζτημα, άν θ ζση κμη τρες μρες, κι μως τ τριμερο τς νηστεας, πρ τς Μεγ. Τεσσαρακοστς θλει ν τ κρατση". Ατ φανρωνε τν γωνιστικτητά του κα τν μχρι τελευταας του ναπνος βα στν αυτ του γι τν γπη το Θεο κα τν νωσ του μ τν ρσμιο Νυμφο τς ψυχς του, τν Χριστ.
ταν κποτε τν ρτησα: Πς ν λγω τν εχ, μο πντησε: Μ τν καρδι".
-Κι ταν ρχονται λογισμο, τ ν κνω;
τος διχνης. Ο λογισμο, προρχονται π τ πθη. Τ πθη εναι σν τν  μηχαν. ρχεται διβολος γυρζει τν μηχαν του κα ττε βγανουν σν τ ζρια ο λογισμο. μες πρπει ν τος διχνουμε κα ν βζουμε τ νο στν καρδι μας κα ν λμε τν εχ", κα συνχισε ν προσεχεται μ τν νο στν καρδι του. 
Σέ λους ταν καταδεκτικός μέ τήν σεμνοτάτη παρουσία του. Τούς γαποσε τούς Πατέρες καί διαίτερα ατούς πού τόν διακονοσαν τούς τραβοσε κομποσχοίνι.
Ο συμβουλές του πρός λους σχεδόν, κόμη καί πρός τούς ελαβες χριστιανούς πού τόν πισκέπτοντο, ταν εχή καί νάγνωσι το Νόμου το Θεο.
πέφευγε κάθε τί πού θά τόν μπόδιζε στήν γλυκυτάτη του προσευχή. Ετσι δέν θελε νά συζητ πολύ, οτε νά καθυστερον Πατέρες στό κελλί του, νάβοντας τήν σόμπα του τοιμάζοντας τό φαγητό του. 
Οδέποτε ζήτησε νά τόν συνοδεύσ κάποιος γιά νά πάη βόλτα στόν περίβολο τς Μονς. νίοτε, ταν ντιλαμβάνετο, τι θά λθουν κάποιοι νά τόν νοχλήσουν, κρυβόταν μέσα στά τετριμμένα κλινοσκεπάσματά του γιά νά μή κουβεντιάζ μαζί τους.
ντύπωσι εχε προξενήσει σέ λους μας, συμμετοχή του στίς ερές κολουθίες. Σχεδόν πάντοτε στεκόταν ρθιος ψελλίζοντας τήν εχή το ησο. κάθητο λίγο, λλά ταν κουγε τό νομα τς Παναγίας, το Αγίου τς μέρας, κανε μέσως τό Σταυρό του καί σηκωνόταν. Τό πόσο εχε χαριτωθε, θά τό μάθουμε πό τό στόμα νός ργάτου τς Μονς μας το κ. Δημήτρη, ποος μετά τό πέρας τς Λειτουργίας κάποιου Σαββάτου, το 1979, μέ πλησίασε καί μέ ρώτησε τά ξς: 
-Πάτερ, γώ εμαι νθρωπος μαρτωλός, λλά τέτοια πράγματα πού εδα σήμερα τό πρω στήν'Εκκλησία, θά πρεπε σες νά τ·ά βλέπετε καί χι γώ.
-Τί εδες, Δημήτρη; Τί σο συνέβη;
-Οταν μπκα τό πρω στήν κκλησία, διαβάζανε κάτι Ψαλμούς ο Μοναχοί.
Πέρασα πό τήν Λιτή (σωνάρθηκας) γιά τό κυρίως Ναό. Τότε δεξιά μου, κε πού στέκεται πάντα νος τυφλός γέρος, ψηλός καί δύνατος, κουσα Ψαλμωδίες. πόρησα. Κύτταζα πό πο προέρχονται, λλά πό πουθενά δέν βλεπα κάποιους πό τούς Πατέρες νά ψάλλουν. ρκετά συγκινημένος πρα να στασίδι καί προσευχόμουν. Στήν ρα τς Θείας Κοινωνίας λλη παρόμοια περίπτωσι μέ ξάφνιασε. Ολοι ο Μοναχοί μέ προπορευομένους τούς παλαιοτέρους Πατέρες, ταν σέ παράταξι πλησίον το Τέμπλου γιά νά κοινωνήσουν. Καθώς τούς κύτταζα πό μακρυά, τό πρόσωπο το πρώτου, ατο δηλαδή το τυφλο, λαμπε σάν τόν λιο καί περισσότερο. Μά ποιός εναι, πάτερ, ατός Μοναχός;
-νομάζεται Γέρων Αξέντιος καί εναι γιος Μοναχός. λλά πές μου κόμη, Δημήτρη, σο χουν συμβε καί λλα παρόμοια τέτοια γεγονότα στήν ζωή σου;
-Ναί, μία φορά, καθώς διάβαζα τήν Θεία Μετάληψι, ασθάνθηκα γύρω μου εωδία καί λλοτε πιθυμ πολύ νά κλαίω, ταν διαβάζω ατές τίς εχές.
Πνευματικός το μακαριστο Γέροντος χρημάτισε Ιερομόναχος π. Π. Μαζί του συνψε τόν παρακάτω διάλογο:
-Γέρο Αξέντιε, θά πμε στό παράδεισο;
-Ο Θεός ξέρει.
-Τί πρέπει νά κάνουμε γιά νά κερδίσουμε τήν Βασιλείαν τν Ορανν;
-Νά λέμε συνεχς τήν εχή: "Κύριε ησο Χριστέ...» καί προσέθεσε: «Πολλές φορές βλέπω πρός τό δεξιό μέρος Φς. Ατό τό βλέπω ταν κάνω τόν κανόνα μου μέ κομποσχοίνι. Τό βλέπω τακτικά καί μετά πάλι φεύγει.
-Τί ασθάνεσαι, ταν τό βλέπς, Γέρο Αξέντιε;
σθάνομαι πολλή χαρά καί ερήνη.
Εχε φθάσει στά μέτρα τς γιότητος πό τήν παροσα ζωή. Ο Χριστός μέ τήν παρουσία το κτίστου Φωτός στήν ψυχή του, φανέρωνε τήν δική του παρουσία, ποία τόν ερήνευε καί τόν χαροποιοσε.
Εχε μεγάλη ελάβεια στόν Γέροντα καί Ηγούμενο τς Μονς μας, τόν π. Γεώργιο. πέφευγε νά δίν συμβουλές, διότι μς λεγε: «σες χετε τόν Γέροντα πού εναι θεολόγος. Ατόν νά ρωττε καί νά κάνετε πακοή σέ ,τι σς λέγει».
Οσάκις πέστρεφε Γέροντας πό τόν κόσμο, Γέρο Αξέντιος, μέ βμα βιαστικό πήγαινε νά πάρ τήν εχή του. λλά καί Γέροντάς μας στίς μιλίες καί συμβουλές του πρός λη τήν δελφότητα, τά ξς περίπου λεγε: "Πρέπει νά γωνιζώμεθα κατά το γωϊσμο μας καί τν λοιπν παθν μας. Βλέπετε τόν Γέρο Αξέντιο; Εναι τυφλός καί οτε μιλε κρατντας τήν σιωπή. γωνίζεται μέ τήν ταπείνωσι, τήν μετάνοια, τήν σιωπή, τήν προσευχή καί τόν Κανόνα του.
Μέ τήν προσευχή του Γέρο Αξέντιος γιάζεται διος, γιάζει καί τήν δελφότητα καί λο τόν κόσμο. Η προσευχή του λυώνει τούς πάγους τς μαρτίας.
Ετσι, Πατέρες, κι μες πρέπει νά γωνισθομε, ο παλαιοί λλά καί ο νέοι, διότι λος κόσμος περιμένει πολλά πό μς.
Ο πνευματικός του π. Π. μς παρέδωσε καί τήν προσευχή πού λεγε παππος πρίν πό τόν πνο του τό βράδυ.
Ελεγε τό ξς: «Δι᾿ εχν τν γίων Πατέρων μν, Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με τόν μαρτωλόν». Κατόπιν σταύρωνε τό μέτωπό του, τόν μυελό δεξιά καί ριστερά, τήν κεφαλή, τούς φθαλμούς, τήν μύτη) καί λεγε: «Σταυρέ το Χριστο φρούρησέ με, φύλαξέ με, σκέπασέ με, δήγησέ με ες δόν μετανοίας καί σσόν με. Σταυρέ, καθάρισέ με πό πάσης φαντασίας. (ατό τό λεγε τρες φορές, καί τσι φευγε φαντασία). Λσον μου τό σκότος τς διανοίας καί ρσαι με πό παντός σκότους το πονηρο. (Κατόπιν σταύρωνε τήν κοιλιά του καί τά γόνατά του) καί λεγε: "Σταυρέ το Χριστο, σσόν με τ δυνάμει σου, φρούρησέ μου ταύτη τήν σάρκα τήν θνητήν, που φορ καί φύλαξέ την πό παντός μολυσμο καί πάσης καθαρσίας. μήν». 
Στ τελευταα του πφερε π ξογκωμνη κλη. Ο γιατρς το δωσε εδικ προστατευτικ ζνη, λλ δν τν φρεσε, διτι τν μπδιζε στν προσευχ του.
Οταν χειροτρευσε κατστασς του, μεταφρθηκε στ νο νοσοκομεο τ Μονς.
Ο μνιμος καθετρας το προκαλοσε πνους, πο δν τος ξωτερκευε. 
Τ χρμα το προσπου του δειχνε, τι γργορα θ πλθη τν πιγεων. νπιον δο νων Μοναχν παρδωσε τν ψυχ του, ταν στν κκλησα χορς τν Ψαλτν κα τν ερων, ψαλλον τ «Φς λαρν» στν γρυπνα τς ρθοδοξας.
Ο νας π τος δο δελφος πο στθηκε κοντ του στς τελευταες στιγμς, ερισκμενος σ κατστασι Χριτος, ξιθηκε ν δ περφυσικ πργματα.
Τν κομε ν μς τ διηγηθ:  "Η μορφ του πρε τ νεκρικ της χρμα. Ο Παππος πρε δύο-τρες φορς μεγλες εσπνος, ν ο κπνος του γνοντο μαλακ κα συχα. Ξαφνικ στρεψε τ πρσωπ του πτομα πρς τ δεξι, σν ν θελε ν ποφγ κτι ς ηδιαστικ κα ποτρπαιο. Πλησασα, το πιασα τ χρι κα τ φλησα. 

Παραξενετικα, διτι εωδαζε. ν ταν νκτα, μσως κοω ξω βματα πολλν νθρπων. Εχα τν ασθησι, τι λθαν κα στθηκαν στ πδια το Παππο. Ββαια δν τος βλεπα, λλ νοιωθα τι ερσκοντο κε. Εξαφνα βγκε π τ στμα το Γροντος, νας λκληρος Γρο Αξντιος...Βγκε μ μα θριαμβευτικ αχ, μ᾿ κτταξε τν κτταξα, κα χωρς ν μο μιλσ, επε τ ξς χαρακτηριστικ: «Τρα πελευθερθηκα, τρα ναπαθηκα, τρα σχασα» Ατο πο τν περμεναν, τν παρλαβαν κα νεχρησαν.
γαποσα τν Γροντα Αξέντιο κα ποροσα, πς δν εδα τποτε γι τ τελνια πο γνωρζουμε, τι ρχονται ν φοβερσουν τν Ψυχ. γωνιοσα λοιπν, τ συνβη μ τν ψυχ το Γρο Αξντιου. Μετ μα βδομδα, εδα στν πνο μου τν Παππο κα τν ρτησα:
τερ Αξντιε, πς πρασε ψυχ σου τ τελνια; Δν σ νχλησαν;
-Καννα π τ δαιμνια δν μπρεσε ν μ πλησισ, πτερ Ν. Ηταν γριεμνα, διτι δν μπρεσαν ν κνουν ατ πο θελαν. Μ πειλοσαν χωρς ν μπορον ν μο κνουν κακ. Αχ τ μς κανες μ τς προσευχς σου, μ τς νηστεες σου, μ τς μετνοιες κα γρυπνες σου... Μ᾿ ατ τ λγια μ γριοκτταζαν, χωρς ν μπορον κν ν μ πλησισουν. Μνο να δαιμονκι τς πορνεας τλμησε ν λθ στ πδια μου κα μο επε: «γ θ σ᾿ νοχλ μχρις του φθσς στν οκο το πατρα σου». 
Στ τελευταα του πφερε π ξογκωμνη κλη. Ο γιατρς το δωσε εδικ προστατευτικ ζνη, λλ δν τν φρεσε, διτι τν μπδιζε στν προσευχ του.
Οταν χειροτρευσε κατστασς του, μεταφρθηκε στ νο νοσοκομεο τ Μονς.
Ο μνιμος καθετρας το προκαλοσε πνους, πο δν τος ξωτερκευε. 
Τ χρμα το προσπου του δειχνε, τι γργορα θ πλθη τν πιγεων. νπιον δο νων Μοναχν παρδωσε τν ψυχ του, ταν στν κκλησα χορς τν Ψαλτν κα τν ερων, ψαλλον τ «Φς λαρν» στν γρυπνα τς ρθοδοξας.
Ο νας π τος δο δελφος πο στθηκε κοντ του στς τελευταες στιγμς, ερισκμενος σ κατστασι Χριτος, ξιθηκε ν δ περφυσικ πργματα. Τν κομε ν μς τ διηγηθ:  "Η μορφ του πρε τ νεκρικ της χρμα. Ο Παππος πρε δύο-τρες φορς μεγλες εσπνος, ν ο κπνος του γνοντο μαλακ κα συχα. Ξαφνικ στρεψε τ πρσωπ του πτομα πρς τ δεξι, σν ν θελε ν ποφγ κτι ς ηδιαστικ κα ποτρπαιο. Πλησασα, το πιασα τ χρι κα τ φλησα.
Παραξενετικα, διτι εωδαζε. ν ταν νκτα, μσως κοω ξω βματα πολλν νθρπων. Εχα τν ασθησι, τι λθαν κα στθηκαν στ πδια το Παππο. Ββαια δν τος βλεπα, λλ νοιωθα τι ερσκοντο κε. Εξαφνα βγκε π τ στμα το Γροντος, νας λκληρος Γρο Αξντιος...Βγκε μ μα θριαμβευτικ αχ, μ᾿ κτταξε τν κτταξα, κα χωρς ν μο μιλσ, επε τ ξς χαρακτηριστικ: «Τρα πελευθερθηκα, τρα ναπαθηκα, τρα σχασα» Ατο πο τν περμεναν, τν παρλαβαν κα νεχρησαν.
γαποσα τν Γροντα Αξέντιο κα ποροσα, πς δν εδα τποτε γι τ τελνια πο γνωρζουμε, τι ρχονται ν φοβερσουν τν Ψυχ. γωνιοσα λοιπν, τ συνβη μ τν ψυχ το Γρο Αξντιου. Μετ μα βδομδα, εδα στν πνο μου τν Παππο κα τν ρτησα:
τερ Αξντιε, πς πρασε ψυχ σου τ τελνια; Δν σ νχλησαν;
-Καννα π τ δαιμνια δν μπρεσε ν μ πλησισ, πτερ Ν. Ηταν γριεμνα, διτι δν μπρεσαν ν κνουν ατ πο θελαν. Μ πειλοσαν χωρς ν μπορον ν μο κνουν κακ. Αχ τ μς κανες μ τς προσευχς σου, μ τς νηστεες σου, μ τς μετνοιες κα γρυπνες σου... Μ᾿ ατ τ λγια μ γριοκτταζαν, χωρς ν μπορον κν ν μ πλησισουν. Μνο να δαιμονκι τς πορνεας τλμησε ν λθ στ πδια μου κα μο επε: «γ θ σ᾿ νοχλ μχρις του φθσς στν οκο το πατρα σου».
Η μέρα τς κηδείας του, το πράγματι μία νάστασιμη μέρα. Χαρμόσυνο γεγονός μετάστασις τς ψυχς το Γέρο Αξέντιου, γι᾿ ατό καί αθόρμητα τόν προπέμψαμε μέ τό «Χριστός νέστη..» πού ντήχησε σέ λη τήν γύρω περιοχή, ς μνος θριάμβου.
Η ασθησις τι τόν χουμε νάμεσά μας, εναι πάντοτε δυνατή. Ο Πανάγαθος Θεός, θέλοντας νά μς βεβαιώσ, τι μακαριστός Γέροντας σώθηκε, καί δοξάσθηκε, δωσε ρκετά σημεα σέ ρισμένους δελφούς πρός παρηγορίαν μας καί δόξαν το Αγίου νόματός του.
Ο δελφός τς Μονς μας π. Θ. ταν διακονοσε τό τος τς κοιμήσεως το Παππο, τό 1981, στό μπέλι, μπκε να πόγευμα στό κκλησάκι τς Καλύβης του γιά νά προσευχηθ. Αθόρμητα το ρθε μία ρώτησις στόν νο του: Ο Παππος τότε εχε κοιμηθε πρίν τρες μνες: «Αραγε Χριστέ μου, χει σωθε Γέρο Αξέντιος; Ξαφνικά εδε νά κινονται λα τά κανδήλια τν Αγίων το Τέμπλου πολύ χαρμόσυνα. 
Ατό πανελήφθηκε.
Ο κηπουρός δελφός κατέβηκε στό Μοναστήρι καί νεκοίνωσε τό φαινόμενο στόν Ηγούμενο π. Γεώργιο. Υπέθεσαν μήπως ταν τά παράθυρα νοικτά καί κινοντο τά κανδήλια μέ τίς λυσίδες μαζί. Ηλθαν καί ο δύο. 
Καθώς μπκαν στό κκλησάκι το γίου Γεωργίου το μπελιο, καί πάλι εδαν νά κινονται λα τά κανδήλια μόνα τους. κατάλαβαν πλέον τι το πληροφορία το Θεο τι Γέρο Αξεντιος νεπαύθη κάι μάλιστα σέ καλό τόπο.
Μία λλη φορά μετά τήν κοίμησιν το Γέρο Αξεντίου λθε στήν Μονή μας ρημίτης Μοναχός π. Γ. πό τά Καυσοκαλύβια. Τότε γράφων, μουν ρχοντάρης καί γιά ελογία, βαλα τόν π. Γ. στό δωμάτιο που κοιμήθη Γέρο Αξέντιος. Το πεξήγησα τι στό τάδε κρεβάτι κοιμήθηκε πρό μηνν τάδε Γέροντας. 
κενος δού τί μς γράφει, μετά πό σα ζησε: «φο κλεισα τήν πόρτα καί πλησίασα τό κρεβάτι του, σκέφθηκα μέσα μου καί επα: "ρα γε τί ρετή νά χ οτος Γέρων; Υψώσας τό μμα τς καρδίας μου πρός τά νω, επα Κύριε Θεός μου, άν οτος Μοναχός εχε ρετή στήν ψυχή του καί ερε παρρησίαν νώπιόν σου, δός μοι σέ παρακαλ νά λαφρώσουν ο πόνοι τς παμμίαρης κεφαλς μου. 
Στραφείς πρός τόν μακαρίτη, επα:  "Πάτερ Αξέντιε, άν ρετή σου ερε παρρησίαν πρός τόν Κύριον, θεράπευσόν μου σέ παρακαλ, σο ενα δυνατόν, τήν ζάλη καί τόν καύσωνα τς νοήτου μου κεφαλς, καί σταυρώσας τό μαξιλάριον καί τήν στρωμνήν, ξάπλωσα καί κοιμήθην. Στή κατάλληλη ρα λθε ρηθείς δελφός καί μέ ξύπνησε. Παρετήρησα κάποια λάφρωσι πάνω μου, λλά πειδή μουν πό τόν πνο, δέν δωσα μεγάλη σημασία. 
Κάτω στόν ρσαν νοιωσα μεγάλη πνευματική λευθερία, τόσο στήν ψυχή μου σον καί στό σμα μου, καθώς καί πολλή λάφρωσι στήν παμμίαρη κεφαλή μου.φο μπκα στό κακι, νοιωσα καί ασθάνομαι μέσα μου κίνησι, πήδημα καί λμα νατατικό. 
Προχωρντας τό κακι πρός τον προορισμό μου, καρδιά μου δούλευε σάν μηχανή εροπλάνου. Δύναμις νοερά κινετο στήν καρδιά μου μέ χαρά καί εφροσύνη. Σκιρτήματα μεγάλα καί μέ λματα νατατικά, ρμοσε τό πνεμα μου σάν νά θελε ν᾿ νέλθ στά οράνια. ναλογίσθηκα καθ᾿ αυτόν καί επα: «ρα γε ατή νά εναι νοερά προσευχή; λήθεια λέγω, δέν κατάλαβα πότε φθασα στόν προορισμό μου. βάσταξαν ατά τά πνευματικά σημεα 5-6 ρες καί μετά τά χασα χωρίς νά πάρω χαμπάρι.
Ατ θλουν μεγλη περα, αστηρ νψι κα προσευχ κα ψυχ πολυμματι, γι ν μπορσ κανες ν τ παρακολουθσ. γ ς σθενς κα σωτος στν ψυχ δν τ πρα εδησι πτε φυγαν.π ττε, π τν μλειν μου κα τν ραθυμαν μου, δν ξαννοιωσα ττοια πνευματικ πργματα. 
Κατλαβα μως, τι λα ατ ταν χρις το πατρς μν Αξεντου, γι ν μς πληροφορσ Θες, τι χι μνον σθη Γροντας, λλ κα παρρησαν ερε στν Θεν κα σως ν λαβε κα τν στφανον τς γιωσνης. Τοτο ββαια γ δν τ γνωρζω, Θες τ γνωρζει. 
Λοιπν ταν πνευματικ δρα γι ν μς δσ Θες θρρος λοντος κα πστι ζσα κα θερμοττη, ν γωνιζμεθα σν πνευματικο πκτες κα θλητς κα γενναοι κα νδρεοι στρατιτες. γι ν ποθσουμε τν περγλυκτατον κα πειροαγαπημνον μς ησον, τν Κριον κα Θεν μας. 
Ἐάν λοιπν, γ βορβοροπαμμιαροβδελυγμνος, παναμαρτωλς κα πανακθαρτος, τ κντρο το δου κα τς βσσου, ξιθηκα  ατ τν σντομο χριν π τν π. Αξντιο, πόσο μλλον ο Πατρες ατς τς Μονς θ ξινονται πολλς χριτος, ἐάν χουν πστι σ᾿ ατν; 
Εθε λοιπν λοι ο Πατρες τς Μονς, ν᾿ ξιωθον ατν τν πνευματικν σημεων πο ασθνθηκα γ ατοαπλεια κα χι μνο ατ, λλ κα μεγαλτερα κα ψηλτερα π τατα κα μνιμα μ τς εχς κα πρεσβεες το Οσου πατρς μν Αξεντου. μν".
Μι λλη φορ λθε στν Μον μας, γνωστς σ λους νεαρς Γεργιος, ποος πφερε π χρνια π κθαρτα πνεματα. Τν βαλα ν κοιμηθ στ δωμτιο, που φησε τν σχτη ναπνο του Γρων Αξντιος. Το ξγησα μλιστα ποις κοιμθη τν αἰώνιο πνο στ κρεβτι ατ
Ο Γεργιος διεπστωσε τν ξς διαφορ, τν ποαν μ μηχαναν μο διηγετο: «Οταν ξπλωνα στ λλο κρεβτι, (τ κρεβτια κε σαν παντοτε δο), πειραζμουν φοβερ π τ δαιμνια, ν ταν ξπλωνα στ κρεβτι το Γρο Αξεντου, παραδξως μουν πολ ερηνικς".
Μετ τν κομησι το Γροντος, λθε στν Μον μας, ς προσκυνητς  νας ελαβς διανοομενος Χριστιανς π τν Πτρα. Εμαθε γι τν κομησι κα τς ρετς το Παππο. Ττε κα ατς μ τν σειρ του, πεκλυψε νπιον το Ηγουμνου τς Μονς μας, τι ταν πρ τν εχε λθει μ συνοδεα δελφν ς προσκυνητς στν Μον, συνντησε τν κοιμηθντα δελφ στ θυρωρεον τς Μονς. 
Τν ρτησε πτε μπορον ν προσκυνήσουν τ᾿ για Λεψανα. Εσκυψε ν πρ τν εχ του, καθς κα ο νθρωποι τς συνοδεας του. Πολ τος παραξνευσε τ γεγονς, τι τ χρι το Γροντος Αξεντου εωδαζε σν γιο λεψανο. Τήν δια εωδαν ασθανθκανε ο δελφο μνο σ για Λεψανα κα χι σ ζωνταν νθρωπο. Θαυμαστς λοιπν Θες ν τος Αγοις ατο
Πιστεω τι θ πρχουν κα λλα σημεα, τ ποα σταδιακ, ἐάν εναι θλημα Θεο, θ ποκαλυφθον. Τ γεγονς εναι τι Γρων Αξντιος, πτυχε το σκοπο  δι τν ποον λθεν π τς γς κα ξλθεν κ το κσμου. Κα ατς σκοπς εναι Θωσις, αωνα νωσις μ τν Αγα Τριδα.
Εθε κα μες μ τς δυνατς πρεσβεες το μεγλου σκητο Γροντος Αξεντου, ν᾿ γωνισθομε κα ν πιτχωμεν το ποθουμνου δι ν χαιρμεθα μετ τν γων κα δικαων ες αἰῶνας τν αἰώνων. μν.


Μοναχός Αυξέντιος Γρηγοριάτης (1893 - 1981)

Γεννήθηκε το έτος 1893 στην Μάνδρα (Κούντουρα) Ελευσίνος από τον Κωνσταντίνο Κωσταντώνη και την Ευαγγελία. Ήταν Αρβανίτης. Η μακρινή καταγωγή των προγόνων του ήταν από τη μαρτυρική Βόρειο Ήπειρο. Στη βάπτιση τον ονόμασαν Αθανάσιο.
Ήταν πρωτότοκος από άλλα δύο αδέλφια και δύο αδελφές, εκ των οποίων η Αντιγόνη έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Ανυσία. Όταν ο Αθανάσιος ήταν βρέφος, δε θήλαζε τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, σαν τον άγιο Νικόλαο, προοιμιάζοντας την μετέπειτα ισόβια εγκράτειά του.
Αγαπούσε την Εκκλησία και την προσευχή. Τα μικρότερα παιδιά τον θαύμαζαν για την καλοσύνη του. Μεγαλώνοντας βοηθούσε τον πατέρα του στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. 
Εκεί κοντά στο χωριό τους υπήρχε μια σπηλιά που τη νύχτα φαινόταν φως, γι' αυτό ολόκληρη την περιοχή ονόμαζαν "Καντήλι". Ήταν σε απόκρημνα βράχια, πολύ ψηλά και κανείς δεν κατάφερε ν' ανεβεί.
Ο Αθανάσιος κατόρθωσε να ανεβεί και έμεινε δύο μερόνυχτα στη σπηλιά. Του συνέβη ένα θεϊκό γεγονός που τον επηρέασε. Όταν κατέβηκε από τη σπηλιά, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτε, έφυγε για να γίνει μοναχός. Πήγε στο Μοναστήρι της Πεντέλης, αλλά δεν έμεινε πολύ. Έγινε δόκιμος στη μονή του Οσίου Μελετίου, αλλά επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στρατιώτης στον Μικρασιατικό πόλεμο για δύο χρόνια. Μετά την απόλυσή του ήρθε στο Άγιον Όρος και κοινοβίασε στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου το έτος 1920 σε ηλικία 28 ετών.
Η πρόθυμη διακονία του, η ακρίβεια στην υπακοή και στη μοναχική ζωή του, η αγωνιστικότητα και η φιλοθεΐα του έκαναν εντύπωση στους πατέρες, και σε ένα χρόνο έγινε μεγαλόσχημος.
Διακόνησε στην Εκκλησία, στο μύλο, στο μαγειρείο, έξω στον κόσμο στα Μετόχια και στους κήπους. Ήταν φιλόπονος, εργατικός και επιμελής στο διακόνημά του. Κουραζόταν πολύ και στις αρχές για ένδεκα χρόνια είχε πόλεμο με τον ύπνο. Στενοχωριόταν που καμιά φορά μετά από την ολοήμερη κόπωση στο διακόνημα τον έπαιρνε ο ύπνος στην ακολουθία. Το εξομολογήθηκε στον Ηγούμενο παπα-Θανάση και εκείνος του είπε να μη στενοχωρείται, διότι η Εκκλησία είναι σαν το καράβι που ταξιδεύει. 
Άλλος αγρυπνεί, άλλος κοιμάται, αλλά το καράβι προχωρά και θα φθάσουν κάποτε στον προορισμό τους. Ενισχύθηκε, έλαβε θάρρος, συνέχισε τον αγώνα του και νίκησε τον ύπνο. Έτσι έφθασε να αγρυπνεί όλη τη νύχτα στο κελί του, είτε καθήμενος σε ειδικό κάθισμα είτε κάνοντας μεγάλες μετάνοιες και σταυρωτά κομποσχοίνια· ξεκουραζόταν λίγο την ημέρα. Αυτό το συνέχισε και αργότερα που έχασε το φως του και έπασχε από κήλη, ακόμα και στα γεράματά του. 
Ο Ηγούμενος είχε ορίσει κάθε νύχτα να αγρυπνεί ένας αδελφός.
Έκανε χρέη νυχτοφύλακα, γυρνούσε στο Μοναστήρι και πήγαινε να δει, αν ήθελε κάτι ο τυφλός πλέον γερω-Αυξέντιος. Όσες φορές έμπαινε στο κελί του, ο γερω-Αυξέντιος ήταν πάντα όρθιος. 
Μόλις όμως άκουγε θόρυβο, καθόταν στο κρεβάτι και έκανε πως κοιμόταν. Οι πατέρες που έμαθαν το τυπικό του φρόντιζαν να μπαίνουν αθόρυβα για να μην τον διακόπτουν, και τον έβλεπαν πάντα όρθιο να προσεύχεται.
Ο γερω-Αυξέντιος ήταν μοναχός σιωπηλός και φιλήσυχος. Όταν έβλεπε σκάνδαλα, έφευγε αμέσως. Μιλούσε λίγο, αλλά αγωνιζόταν πολύ. Απέφευγε τις συζητήσεις, γιατί όπως έλεγε "όταν ομιλώ, μετά δυσκολεύομαι στην πνευματική εργασία, διότι μου έρχονται λογισμοί άλλοι". 
Ούτε και όταν γήρασε δεν ήθελε παρέα και συζήτηση, όπως συνήθως συμβαίνει με τους γέρους. Αυτός προτιμούσε την σιωπή, την ησυχία για να μη διακόπτει τη νοερά του εργασία. Και όταν κανείς απ' τους νέους πατέρες καθόταν παραπάνω στο κελί του, με τον τρόπο του έκοβε τις συζητήσεις και του έδινε να καταλάβει ότι πρέπει να τον αφήσει μόνο του. Κάποτε ο διακονητής που τον βοηθούσε να πάει από το κελί στην Εκκλησία, του μιλούσε στη διαδρομή. 
Οπότε του λέγει αυστηρά ο γερω-Αυξέντιος: "Δε θα μου μιλάς στο δρόμο". Δεν ήθελε να τον αποσπούν από την προσευχή. Ήταν μοναχός της πράξεως αλλά και της θεωρίας. Ήταν κυρίως ένας νηπτικός μέσα στο Κοινόβιο, σε μεγάλα μέτρα, που σαν αυτόν είναι δύσκολο να συναντήσει κανείς ακόμα και στην έρημο. Μέχρι την κοίμησή του, όσο έζησε σ' αυτόν τον κόσμο, δεν έπαυε τη νοερά προσευχή. Γι' αυτό έμεινε έγκλειστος στο κελί του, δεν κυκλοφορούσε στην αυλή και απέφευγε την ομιλία, για να μη διακόπτει τη νοερά προσευχή του.
Συμβούλευε: "Να λέτε συνεχώς την ευχή, γιατί θα είστε μαζί με το Χριστό. Με την ευχή αισθάνεται κανείς ένωση με το Θεό. Καταλαβαίνει ότι το παν είναι ο Θεός. Με την ευχή να διώχνετε τους λογισμούς. Ο ίδιος ο Χριστός θα σας διδάσκει και θα σας φωτίζει. Μόνο να κοιτάτε ο νους σας να είναι μέσα στην καρδιά. Όταν όμως κουράζεστε, να λέτε το "Κύριε Ιησού Χριστέ..." με το στόμα.
Εγώ αυτό που έχω να σας πω είναι το "Κύριε Ιησού Χριστέ..." και τίποτε άλλο". Όταν τον ρωτούσαν, "τι πρέπει να κάνουμε για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών", απαντούσε: "Να λέμε συνεχώς την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Σε όλους συνιστούσε να λένε την ευχή, και μάλιστα έλεγε "την ευχή στην καρδιά", ενώ στους λαϊκούς έλεγε να τηρούν τις εντολές και να διαβάζουν την Αγία Γραφή.
Ο ίδιος είχε κάνει πράξη στη ζωή του το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε", και μάλιστα έφτασε σε προχωρημένη κατάσταση πνευματική, ώστε να λέγει την ευχή και στον ύπνο του, όπως με απλότητα απεκάλυψε στο γέροντα Παΐσιο.
Άλλοτε είπε ο ίδιος, όντας τυφλός, ότι, "όταν λέω την ευχή βλέπω στο δεξιό μέρος φως. Αυτό το βλέπω, όταν κάνω τον κανόνα με το κομποσχοίνι. Το βλέπω συχνά. Αυτό φεύγει και ύστερα πάλι ξανάρχεται. Το κυριότερο όμως είναι η αγάπη που έρχεται στην καρδιά για το Χριστό".
Έβλεπε το άκτιστο φως και κάποια μέρα ανησύχησε γιατί δεν το είδε και ζητούσε να εξομολογηθεί στον Πνευματικό του.
Κάποτε ο γερω-Αυξέντιος πήγε να κοινωνήσει στο παρεκκλήσι του Οσίου Γρηγορίου, του Κτίτορος, όπου γινόταν θεία Λειτουργία. Ενώ προσήλθε προετοιμασμένος με πολύ πόθο και ευλάβεια, ο λειτουργός ιερέας τυφλώθηκε από ένα φως δυνατό και ιλαρό που έβγαινε από το πρόσωπο του γέροντος Αυξεντίου. 
Το πρόσωπό του σκεπάστηκε, εξαφανίστηκε από έναν φωτεινό ήλιο, υπέρ τον ήλιο λάμποντα, και ο ιερέας δεν μπορούσε πλέον όχι να τον κοινωνήσει αλλά ούτε να τον αντικρύσει, ρίχνοντας το βλέμμα του χαμηλά.
"Έλαμπε τόσο το πρόσωπό του", διηγείται ο λειτουργός, "που όταν τον κοίταξα, ζαλίστηκα και παραλίγο να πέσω κάτω. Έβαλα το χέρι μου και σκέπασα τα μάτια μου γιατί δεν άντεχα το δυνατό φως. Έλαμπε ολόκληρος". Όταν σε λίγο υπεστάλη το άκτιστον φως και συνήλθε ο έκπληκτος ιερέας, τότε τον κοινώνησε.
Ο γερω-Αυξέντιος έγινε συχνά θεωρός του ακτίστου φωτός και έφθασε στην κατάσταση του θείου έρωτος. Και όλα αυτά από την επιμονή του στην ευχή.
Είχε μάθει και πολλές άλλες προσευχές απ' έξω και τις έλεγε εναλλάξ με την ευχή. Ήξερε όλον τον Ακάθιστο μαζί με τον κανόνα και τον έλεγε συχνά. Στιχολογούσε κάθε βράδυ το Ψαλτήρι απ' έξω. Το είχε αποστηθίσει και την ευχή συνέχεια. Αγαπούσε πολύ την ακολουθία. Του άρεσαν ιδιαίτερα οι ευχές της θείας Μεταλήψεως. Τις διάβαζε με πολύ πόθο. Ήθελε να μη χάνει τίποτε από τα γράμματα της ακολουθίας. Μερικές φορές, όταν δεν άκουγε καλά, πήγαινε κοντά στο διαβαστή ενώ άλλες φορές φώναζε, "πιο δυνατά".
Ο γερω-Αυξέντιος τήρησε την υπόσχεση να φυλάξει ακτημοσύνη. Ήταν πάμπτωχος. Δεν είχε τίποτε και δεν επεθύμησε τίποτε σ' αυτή τη ζωή παρά μόνο το Χριστό. Δε φόρεσε καινούριο ρούχο σαν καλόγερος και όλη του τη μοναχική ζωή πέρασε με ένα ζευγάρι παπούτσια. 
Στο δρόμο, όταν τον έβλεπε κανείς, για να μην τα χαλάσει αλλά και για άσκηση, για να καταπονεί το σώμα του, τα κρατούσε στη μασχάλη και βάδιζε ανυπόδητος. Κάποτε που έλειπε, πέταξαν τις φθαρμένες φανέλες του και στενοχωρήθηκε. Έπειτα κατέβηκε στο γκρεμό που τις είχαν πετάξει και τις ξαναμάζεψε. Στο κελί του δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από μερικές εικόνες και λίγα βιβλία.
Ήταν τελείως ξένος, χωρίς καμία επικοινωνία με τους κατά σάρκα συγγενείς του. Όταν μετά από τριάντα χρόνια ήρθαν να τον δουν τ' αδέλφια του, αυτός για να τους αποφύγει έφυγε στο αμπέλι, και μόνο όταν οι πατέρες επέμεναν να μιλήσει στ' αδέλφια του χάριν της υπακοής, τους μίλησε και τους είπε άλλη φορά να μην τον ενοχλήσουν.
Ο γερω-Αυξέντιος, όπως μαρτυρούν οι συγκοινοβιάτες του, ήταν πολύ βιαστής. Κουραζόταν στα διακονήματα, έσκαβε το αμπέλι και νήστευε αυστηρά. Ήταν ασκητής και αγνοούσε τελείως μερικά φαγώσιμα. Όταν ήταν άρρωστος στα γεράματά του, τον ρώτησε ο διακονητής, αν θέλει χαλβά ή μαρμελάδα. 
Με απορία ρώτησε "τι είναι η μαρμελάδα;". Ο μάγειρας και ο παραμάγειρας είχαν τη φροντίδα να πηγαίνουν το φαγητό στο γερω-Αυξέντιο. Κάποια μέρα τον είδαν να έρχεται στο μαγειρείο και τους είπε: "Να μου δώσετε λίγο φαγητό. Έχω τρεις μέρες να φάω". Τότε του έβαλαν μετάνοια, γιατί είχαν ξεχάσει να του πάνε το φαγητό, αλλά αυτός ούτε γόγγυσε ούτε διαμαρτυρήθηκε.
Είχε μεγάλη αυταπάρνηση. Για να μη βγει στον κόσμο να εγχειρισθεί στα μάτια του έμεινε τυφλός. Δεν έκανε εγχείριση κήλης, παρ' όλο που πονούσε και υπέφερε. Δε θέλησε να βάλει ξένα δόντια. Έμεινε χωρίς ούτε ένα δόντι, και δυσκολευόταν στις σκληρές τροφές. 
Δεν ήθελε να του κάνουν ιδιαίτερα φαγητά. Όταν τον ρωτούσαν τι φαγητό θέλει, απαντούσε: "Ό, τι έχει το κοινό".
Πάντα έτρωγε με εγκράτεια και μέτρο. Αν τον πίεζαν να φάει περισσότερο, έλεγε: "Μη με πιέζετε. Το πολύ φαγητό δεν είναι κατά Θεόν". Έδινε και στο διακονητή του κάτι απ' αυτά που του πήγαινε.
Όταν κοινωνούσε κλεινόταν στο κελί του και προσευχόταν. Δε μιλούσε και δεν απαντούσε σε κανέναν. Κάποτε, μετά τη θεία Κοινωνία τον βρήκαν οι πατέρες μπρούμυτα μέσα στο κελί του να προσεύχεται.
Ήταν σε θεωρία και δεν ένιωθε τους πατέρες που τον παρακολουθούσαν.
Τυφλός ων και ενώ δεν άκουγε και καλά, μη έχοντας ακριβή αίσθηση του χρόνου και μη θέλοντας να χάσει την ακολουθία, ξεκινούσε από το κελί του ως συνήθως και δύο ώρες νωρίτερα. Μια νύχτα σκόνταψε. έπεσε, χτύπησε και πλημμύρισε στα αίματα που έτρεχαν από τη μύτη του. 
Εξαντλήθηκε και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τον βρήκαν μετά από δύο ώρες περίπου ξυλιασμένο μέσα στα αίματα και τον μετέφεραν στο γηροκομείο. Εκεί τον καθάρισαν και κάθισε ένας αδελφός να τον προσέχει.
Όταν κατάλαβε ότι έφυγαν οι πατέρες και νομίζοντας ότι είναι μόνος, πέταξε τις κουβέρτες σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να κάνει τον κανόνα του, συνεχίζοντας για ώρες τα κομποσχοίνια του. Του είπαν οι πατέρες: "Γερω-Αυξέντιε, εσύ τώρα είσαι γεροντάκι. Κάθισε στο κελί σου, δεν χρειάζεται να έρχεσαι στην ακολουθία". Αυτός απάντησε: "Μη μου στερείτε την Εκκλησία. Εκεί αισθάνομαι πραγματική ελευθερία".
Όταν είχε το φως του, διάβαζε τη Φιλοκαλία και μάλιστα στο πρωτότυπο. Τους πέντε τόμους τους διάβασε για τέταρτη φορά. Όταν τον ρωτούσαν οι πατέρες, τι να διαβάζουν, έλεγε τη Φιλοκαλία. Και όταν του έλεγαν ότι δεν την καταλαβαίνουν, απαντούσε: "Δεν πειράζει. Σιγά-σιγά θα την καταλάβετε".
Αγαπούσε ιδιαιτέρως τη Φιλοκαλία, γιατί και ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος νηπτικός με ανάλογες εμπειρίες και βιώματα σαν αυτά που διάβαζε στους αγαπημένους του φιλοκαλικούς Πατέρες. Όπως εξομολογήθηκε στον Πνευματικό του, στο δωδέκατο κομποσχοίνι του κανόνος έβλεπε το άκτιστο φως, ενώ ήταν τελείως τυφλός. Και ενώ είχε την ευχή αδιάλειπτο και στα γηράματά του έκανε 150 μεγάλες μετάνοιες, ταπείνωσε τον εαυτό του και αυτομεμφόμενος έλεγε: "Σκοτεινά βαδίζω, αναισθησία με κρατάει και ζω στη ματαιότητα".
Κάποτε τον επισκέφθηκε ο παπα-Ισαάκ ο Καψαλιώτης και τον ρώτησε πότε καταλαβαίνουμε ότι η ευχή γίνεται καρδιακή, και απάντησε· όταν σταματούν οι λογισμοί. Και όταν τον ρώτησε για μεγάλες καταστάσεις, για φώτα και οράματα, απάντησε με μεγάλη φωνή λέγοντας: "Μη ζητάς τέτοια πράγματα. Κάθαρση από τα πάθη να ζητάς".
Σε δύο νέους που έβαλαν μετάνοια για δόκιμοι τους ευχήθηκε και τους συμβούλεψε: "Να πορεύεσθε εις οδόν αληθούς μετανοίας".
Ο γερω-Αυξέντιος αγωνιζόμενος και υπομένοντας το γήρας και τις ασθένειες, έχοντας σύντροφον αχώριστον την αγαπημένη του ευχή, έφθασε στο τέλος του μοναχικού του δρόμου νικητής. Ήταν υπάκουος μέχρι θανάτου, βιαστής μέχρι αίματος, ακτήμων στο έπακρο, ξένος του κόσμου, οικείος του Θεού, αγαπητός και ποθεινός στους πατέρες, κανών μοναχικής ακριβείας και νηπτικός μέγας, κατορθώσας την αδιάλειπτον προσευχή.
Εκοιμήθη την 1η Μαρτίου 1981, ξημερώνοντας Κυριακή της Ορθοδοξίας, σε ηλικία 89 ετών, προετοιμασμένος πλήρως για την άλλη ζωή. Ο Γέροντας και οι πατέρες μιλούσαν με θαυμασμό και συγκίνηση για το γερω-Αυξέντιο, για τα ασκητικά του και νηπτικά του κατορθώματα, και είχαν την αίσθηση ότι προπέμπουν έναν όσιο στην Εκκλησία των πρωτοτόκων, στη Βασιλεία των Ουρανών.
Μετά την κοίμησή του, αδελφός ρώτησε το γερω-Παΐσιο εάν σώθηκε ο γερω-Αυξέντιος και απάντησε: "Εάν αυτός δε σώθηκε, τότε κανείς από μας δε θα σωθεί".
Η τίμια κάρα του κατά καιρούς εκπέμπει ευωδία, όπως την αισθάνθηκαν κάποιοι πατέρες.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος" σελ. 138-148

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου