Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Τρύφων μοναχός Καψαλιώτης (1892 - 1978)

Ο γενναίος αυτός αθλητής του Χριστού γεννήθηκε στη Ρουμανία το 1892. Το 1910 ήλθε στο Άγιον Όρος και κατευθύνθηκε στην περιώνυμη Καψάλα, στην υπακοή του ενάρετου Γέροντος Μιχαήλ, του οποίου η προσευχή θαυματουργούσε. Κατά κόσμον ονομαζόταν Θεόδωρος Γεωργίου του Βίκτωρος και της Ζέκκας. Στην κουρά ονομάσθηκε Τρύφων.
Ο μοναχός Τρύφων βγήκε από το Άγιον Όρος το 1917, όταν με την ευλογία του Γέροντός του πήγε στη Χαλκιδική, με σκοπό να εργασθεί σε αγιορείτικά μετόχια, εξ αιτίας της τότε μεγάλης πείνας, για να θρέψει τον Γέροντά του και τους γύρω φτωχούς ασκητές. Από τότε δεν ξαναβγήκε στον κόσμο, ο σεμνός, ταπεινός και ουράνιος αυτός μοναχός.
Ο Γέροντας Παΐσιος γράφει, όπως πάντα πολύ ωραία, περί αυτού: «Όλα του τα χρόνια τα έζησε ψηλά στην Καψάλα σαν πετεινό του Ουρανού. Το πρόσωπό του ήταν κατά κάποιο τρόπο εξαϋλωμένο και φωτεινό, και μόνο που τον έβλεπες, έπαιρνες πνευματική δύναμη. Δύσκολα, φυσικά, τον έβρισκε κανείς εκεί στην ερημιά που έμενε, γι’ αυτό και δεν είχε καθόλου ανθρώπινη παρηγοριά. Αλλά εκεί που δεν υπάρχει ανθρώπινη παρηγοριά, πλησιάζει η θεία! Ο Θεός στέλνει την ουράνια χαρά με τους αγγέλους και τους αγίους. Οι παραδεισένιοι αυτοί άνθρωποι, που έχουν επαφή με αγγέλους και αγίους, έχουν φιλία και με τα άγρια ζώα και με τα πουλιά του ουρανού, όπως και ο Γερο- Τρύφων».
Κάποτε ο Γέροντας Ιωάσαφ (†1993) από το Κελλί των Ιωσαφαίων στις Καρυές φιλοξένησε κάποιους προσκυνητές με τον τρόπο της αβραμιαίας φιλοξενίας που συνήθιζε, ενώ ο ίδιος και η συνοδεία του ζούσαν απλά. Εκείνοι όμως σκανδαλίστηκαν, θεωρώντας πως όλοι οι μοναχοί ζουν πάντοτε πλουσιοπάροχα. Ο Γέροντας τους κατάλαβε και τους πήγε στην Καψάλα στον Γέροντα Τρύφωνα να τον γνωρίσουν. Οι επισκέπτες θαύμασαν τη φτώχεια του. «Τη χαρά του Γέροντος Τρύφωνα δεν την έχω εγώ. Ζει παρέα με τα πουλιά». Ο Γέροντας Ιωάσαφ του είπε: «Γέροντα δεν έχει ούτε ένα πουλί ο τόπος». «Πως δεν έχει μπρε», απάντησε. Φώναξε, και αμέσως γέμισε ο τόπος από πολλά και διάφορα πουλιά του δάσους, που κάθονταν άφοβα στο χέρι του, στο σκουφί του και γύρω του τιτιβίζοντας και πετώντας χαρούμενα. Ήταν ένα εξαίσιο και διδακτικό θέαμα.
Τη χαρά και την ειρήνη του φτωχού κι εγκαταλειμμένου Γερο-Τρύφωνα δεν είχαν ούτε πλούσιοι ούτε άρχοντες. Τον συντρόφευαν και τον υπάκουαν τα στρουθιά τ’ ουρανού. Το Κελλί του ήταν ένα αχούρι, που έμπαζε από παντού νερό και αέρα, τα ρούχα του παλιά και λερωμένα, η τροφή του χόρτα και πάλι χόρτα. Κι όμως δεν παραπονιόταν για τίποτε. Ήταν ικανοποιημένος, ευχαριστημένος και αληθινά χαρούμενος. Έκλαιγε για τις αμαρτίες του. Οίκτηρε τον εαυτό του. Τι έκανα εγώ, έλεγε, μπροστά στους μεγάλους άθλους των άγιων; Προσευχόταν με άκοπα, γλυκά, θερμά δάκρυα, κατά τον όσιο ’Ιωάννη της Κλίμακος, ο αφανής και άδοξος αυτός ασκητής της αιγοτρόφου Καψάλας.
Όταν του πρότειναν να τον οικονομήσουν και να τον πάνε να τον γηροκομήσουν σε μοναστήρι, χαμογελώντας και αυθόρμητα είπε: «Μπρε, οικονομήσουν! Ο Θεός οικονομάει και τα σκουλήκια μέσα στο χώμα και τα ταΐζει και τα ζεσταίνει και έμενα το μεγάλο σκουλήκι δεν μπορεί να οικονομήσει; Εδώ είναι ο Γέροντάς μου Μιχαήλ, που έκανε με την ευχή του το κοτσάνι ολόκληρο κεφάλι λάχανο!».
Ήταν συγκινητικό, αξιοθαύμαστο, αξιοπρόσεκτο κι ελεγκτικό για όλους μας ένα γεροντάκι 86 ετών να ζει τόσο φτωχικά, στερημένα, φιλότιμα. ηρωικά, με τόση δύναμη και τόση αυταπάρνηση, άφοβο, χαριτωμένο. ευλογημένο και μακάριο. Έτρωγε κάθε πέντε μέρες, δίχως να χορταίνει ποτέ. Ασκητικότατος, ακτήμων, άκακος, απλός και αληθινός.
Είχε τέλεια εγκατάλειψη και περιφρόνηση προς τον εαυτό του. ’Επί είκοσι χρόνια φορούσε μόνο ένα ζωστικό, ένα ράσο, ένα σκουφί κι ένα παντελόνι. Υπέφερε με ιώβεια υπομονή όλες τις στερήσεις στη ζωή του για την απόκτηση των ουράνιων αγαθών. Τα τελευταία του χρόνια τυφλώθηκε. Μνημόνευε συνεχώς τον θάνατο. Είχε παραδοθεί πλήρως στον Θεό. Τα μάτια του συνήθως ήταν γεμάτα δάκρυα. Είχε την παρέα του Χριστού και των αγγέλων και δεν ήθελε των ανθρώπων. Είχε φθάσει σε μέτρα απαθείας και θεώσεως. Έκανε και τον σαλό, για να μη τον τιμούν. Μέσα από τ’ ασυνάρτητα λόγια του όμως έδινε σοφές συμβουλές, που φανέρωναν και το προορατικό του χάρισμα.
Ανεπαύθη στις 6.8.1978, ημέρα λαμπρή, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, στο δικό του Θαβώρ, το ερειπωμένο καλύβι του με τις παλιοκουβέρτες και τα χώματα, ανάμεσα στα πολυχρόνια κουρέλια του. Ένα σπάνιο ευώδες άνθος του Περιβολιού της Παναγίας. Επί 70 έτη μούντζωσε την κοσμική ματαιότητα, κάθε ανθρώπινη παρηγοριά και αγάλλεται αιώνια στην πανευφρόσυνη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών. Εύχου, Γερο-Τρύφωνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 19941 σσ. 112-117. Διήγηση μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 933-935, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ο Γερο-Τρύφων ο Καψαλιώτης (†6 Αυγούστου 1978), όπως τον γνώρισε ο Γέροντας Παΐσιος

Πριν από δύο χρόνια, το 1978, τελείωσε την πνευματική του πάλη στον Άθωνα ο Αθλητής του Χριστού Γερο-Τρύφων, ο οποίος νίκησε την ματαιότητα, και έφυγε η αγιασμένη του ψυχή για την αιωνιότητα, στον Ουρανό!
Ο Γέρο-Τρύφων, λοιπόν, είχε έρθει από την πατρίδα του Ρουμανία το 1910, σε ηλικία είκοσι πέντε χρόνων, και φυτεύτηκε στο Περιβόλι της Παναγίας, ψηλά στην κορυφή της Καψάλας, κοντά στον Γερο-Μιχαήλ.
Ο Γέροντάς του, Γερο-Μιχαήλ, ήταν πολύ ευλαβής και παραδοσιακός. Έμοιαζε, μπορούμε να πούμε, τους παλαιούς Αββάδες. Ζούσε πολύ ασκητικά και τα ελάχιστα πράγματα για την συντήρησή του τα οικονομούσε από το απλό εργόχειρό του· έκανε κουτάλες. Όταν κανείς του έδινε μια ευλογία την δεχόταν μέν, αλλά έδινε και αυτός μια ανάλογη ευλογία, εκτός από την προσευχή που θα έκανε συνέχεια για τον άλλο.
Κάποτε, είχε στείλει τον αρχάριο τότε υποτακτικό του Πατέρα Τρύφωνα σε μια Μονή, για να δώση το εργόχειρο τους και να περάση και από τον κηπουρό της Μονής να του δώση μια κουτάλα και να του ζητήση ένα λάχανο
. Ο κηπουρός όμως, επειδή ήταν πολύ θυμωμένος —κάτι είχε- του πέταξε ένα κοτσάνι από λάχανο με δύο φύλλα άχρηστα και συνέχισε την δουλειά του.
Ο Πατήρ Τρύφων το πήρε, χωρίς να πή τίποτε, και ξεκίνησε για την Καψάλα, αλλά σε όλη την διαδρομή σκεφτόταν τον Γέροντά του, που ήταν γεροντάκι, και τι λάχανο θα έτρωγε! Ο Γέροντάς του πάλι, όταν είδε το κοτσάνι με τα δύο φύλλα, σκέφτηκε τον υποτακτικό του τι θα φάη. Του λέει λοιπόν να ανάψη φωτιά και να βάλη νερό στο μπακίρι (στην κατσαρόλα). Παίρνει μετά ο Γέροντας το κοτσάνι, το βάζει μέσα και το σταυρώνει. Μετά από λίγη ώρα στέλνει τον Πατέρα Τρύφωνα να σηκώση την κατσαρόλα από την φωτιά.
-Μπρέ, τι να δώ! μου έλεγε, ένα άσπρο κεφάλι λάχανο μέσα στο μπακίρι!
Όπως φαίνεται, και ο Γέροντάς του είχε αγιότητα, γιατί αλλοιώς δεν εξηγείται!
Το 1917, όταν είχε γίνει η μεγάλη πείνα, ο Πατήρ Τρύφων είχε βγεί στην Χαλκιδική με την ευλογία του Γέροντα του και θέριζε σε Αγιορείτικα Μετόχια και έτσι οικονόμησε λίγο σιτάρι για τον εαυτό τους και για τους γύρω τους Ασκητάς. Από το 1917 δεν ξαναβγήκε στον κόσμο και το 1978 έφυγε από το Άγιον Όρος για τον επουράνιο αληθινό κόσμο.
Όλα του τα χρόνια τα έζησε ψηλά στην Καψάλα σαν πετεινό του Ουρανού. Το πρόσωπό του ήταν κατά κάποιο τρόπο εξαϋλωμένο και φωτεινό, και μόνο που τον έβλεπες, έπαιρνες πνευματική δύναμη. Δύσκολα, φυσικά, τον έβρισκε κανείς εκεί στην ερημιά που έμενε, γι’ αυτό και δεν είχε καθόλου ανθρώπινη παρηγοριά. Αλλά εκεί που δεν υπάρχει ανθρώπινη παρηγοριά, πλησιάζει η θεία! Ο Θεός στέλνει την ουράνια χαρά με τους Αγγέλους και τους Αγίους. Οι παραδεισένιοι αυτοί άνθρωποι, που έχουν επαφή με Αγγέλους και Αγίους, έχουν φιλία και με τα άγρια ζώα και με τα πουλιά του ουρανού, όπως και ο Γερο-Τρύφων. ι
Κάποτε, λοιπόν, ο ευλαβέστατος Γερο-Ιωάσαφ από τον Αγιογραφικό Οίκο των Ιωασαφαίων, ο Παππούς, είχε φιλοξενήσει μερικούς λαϊκούς με την Αβραμιαία του φιλοξενία, αλλά εκείνοι, δυστυχώς, ενώ καλοπέρασαν, σκανδαλίστηκαν μετά, γιατί νόμιζαν ότι καλοπερνούν οι Καλόγεροι -ενώ εκείνος ζούσε καλογερικά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να το καταλάβουν αυτό οι κοσμικοί, θεώρησε καλό ο Γερο-Ιωάσαφ να τους γυρίση στα καλύβια της Καψάλας, για να ωφεληθούν με άλλον τρόπο, μια που δεν είχαν καλούς λογισμούς.
Αφού επισκέφθηκαν μερικούς Ασκητάς και έμειναν έκπληκτοι οι λαϊκοί, τους πέρασε και από το Ασκητήριο του Γερο-Τρύφωνα. Όταν είδαν το Γεροντάκι μέσα σ’ εκείνη την εγκατάλειψη, τάχασαν! Λέει ο ταπεινόφρων Γερο-Ιωάσαφ στους επισκέπτες:
-Εγώ που έχω γνωριμίες με ανθρώπους, δεν έχω ούτε την χαρά που έχει ο Γερο-Τρύφων, αλλά ούτε και τη γνωριμία που έχει ο Γέροντας με τα άγρια ζώα και τα πουλιά του ουρανού, που του κάνουν συντροφιά. Για να βεβαιωθήτε γι’ αυτό, θα φωνάξω πρώτα εγώ.
Και φωνάζει για να μαζευτούν τα πουλιά, αλλά τίποτα. Μετά από λίγο νάτος και ο Γερο-Τρύφων με το σταμνί, για να τους προσφέρη λίγο νερό. Του λεει ο Γερο-Ιωάσαφ:
-Τί τόπος είναι αυτός, Γερο-Τρύφωνα; Δεν έχει ούτε ένα πουλί!
Απαντάει ο Γέροντας με όλη την απλότητα του:
-Μπρέ, πως δεν έχει πουλιά;
Φωνάζει λοιπόν και γέμισε ο τόπος από διάφορα πουλιά, που τον τριγύριζαν. Άλλα κάθονταν στους ώμους του και άλλα επάνω στη σκούφια του! Θαύμασαν οι επισκέπτες και έφυγαν ωφελημένοι πνευματικά, δοξάζοντας τον Θεό.
Κάποτε, είχα χάσει τον δρόμο στην Καψάλα και από ένα κλειστό μονοπάτι βγήκα μπροστά στην Καλύβα του Γερο-Τρύφωνα, η οποία ήταν μια παράγκα με παλιούς τενεκέδες ολόγυρα καρφωμένους, και επάνω στη στέγη πάλι το ίδιο παλιολαμαρίνες και τενεκέδες με κανά-δυο πλάκες, για να μην τους σηκώση ο αέρας.
Βλέπω λοιπόν ξαφνικά τον Γέροντα σε μια άκρη να κάθεται σ’ ένα κούτσουρο και να λέη την ευχή. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό και χαρούμενο. Είχε τα μάτια του κλειστά και ακίνητος προσευχόταν. Αφού πλησίασα κοντά του μίλησα:
-Ευλογείτε, Γέροντα, τι κάνεις εδώ; Πως ζής; Τί τρώς;
Κι έκείνος χαυμογελαστός με χαιρέτησε και μου είπε:
-Μπρέ, εγώ έγινα πρόβατο και τρώγω χορτάρι.
-Πόσο χρονών είσαι, Γέροντα;
-Ενενήντα τρία, μου είπε.
Τάχασα! Εν τω μεταξύ σηκώθηκε, για να μου φέρη λίγο νερό, και είδα να σβαρνίζη το αριστερό του πόδι, το οποίο είχε τυλιγμένο με κάτι κουρέλια.
-Τί έχει το πόδι σου, Γέροντα; τον ρώτησα.
-Έπεσε μια πέτρα από την σκεπή και με χτύπησε, μου είπε.
Είπα με τον λογισμό μου: «Ας τον ρωτήσω, εάν έχη κανένα δωμάτιο, μήπως παρουσιασθή ανάγκη να του συμπαρασταθώ».
-Γέροντα, έχεις κανένα άλλο δωμάτιο;
Εκείνος γέλασε και είπε:
-Μπρέ, δωμάτιο; Όλο σαβούρα έχει το Καλύβι.
Όταν μπήκα μετά μέσα, τι να ιδώ! Γκρεμισμένο άπ’ όλες τις μεριές, και έμπαιναν νερά άπ’ όλες τις μεριές και από την στέγη. Μόνο μια μικρή άκρη ήταν λίγο στεγνή. Εκεί είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες, όπου έμενε, κι έμοιαζε περισσότερο με φωλιά αετού παρά με κελλί Ασκητού.
Ρωτάω τον Γέροντα:
-Πως μένεις εδώ; Όλο το Καλύβι είναι ανοικτό, και όλες οι βροχές και οι άνεμοι μπαίνουν μέσα. Εκείνος μου απάντησε:
-Μπρέ, εγώ μένω στο άλλο γωνία, εκεί! και μου έδειξε την φωλιά του.
Επειδή όμως έτρωγε ο,τι χόρτα έβρισκε γύρω του το καημένο Γεροντάκι, και από την πολλή υγρασία του κελλιού και από την περασμένη του ηλικία, επόμενο ήταν να έχη και προβλήματα υγείας. Ο Αθλητής όμως του Χριστού, Τρύφων, όλα τα πανηγύριζε και έτσι ένιωθε την χαρά που ένιωθαν οι Άγιοι Μάρτυρες. Η κοιλιά του, τα έντερά του, όλα ήταν κατεστραμμένα, εκτός από την ψυχή του την υγιέστατη, την λαμπικαρισμένη.
Είχε δε και κάτι κουρέλια απλωμένα, τα οποία στέγνωναν και πάλι τα φορούσε, γιατί συνέχεια έβγαζε αφρούς από τα έντερά του. Φυσικά δεν μπορούσε να τα πλένη, γιατί και τα χεράκια του έτρεμαν, αλλά και το νερό ήταν μακριά, περίπου τριακόσια μέτρα, και εκεί έσταζε λίγο-λίγο σ’ ένα παλιό βαρελάκι, που ήταν ίσα-ίσα για να πίνη αυτός και τα άγρια ζώα, τα φρόνιμα γειτονοπούλα του.
Παρόλο που ζούσε ένα συνεχές Μαρτύριο με αυτού του είδους την φιλότιμη ασκητική ζωή του, εν τούτοις όμως δεν είχε καθόλου ιδέα για τον εαυτό του. Συνέχεια μεμφόταν τον εαυτό του ότι δεν κάνει τίποτε εν συγκρίσει με αυτά που έκαναν οι Άγιοι Πατέρες, και έτρεχαν ταπεινά δάκρυα από τα μάτια του, όταν τα έλεγε.
Είχε περάσει πολύ η ώρα και έπρεπε να φύγω. Ρώτησα τον Γέροντα:
-Μήπως θέλης να φροντίσω να σε πάρουν σε κανένα Μοναστήρι, για να σε οικονομήσουν τώρα στα γεράματά σου;
Εκείνος χαμογέλασε, όταν άκουσε τη λέξη «οικονομήσουν», και μου είπε:
-Μπρέ, «οικονομήσουν»! Ο Θεός οικονομάει και τα σκουλήκια μέσα στο χώμα και τα ταΐζει και τα ζεσταίνει και εμένα το μεγάλο σκουλήκι δεν μπορεί να οικονομήση; Εμένα είπε και Παπα-Ξενοφών: «Έλα να σε οικονομήσω» και εγώ του είπα «Μπρέ, τούβλο είμαι να με πάρης από εδώ και να με βάλης στο δικό σου Καλύβι; Εδώ είναι ο Γέροντας μου Μιχαήλ, που έκανε με την ευχή του το κοτσάνι ολόκληρο κεφάλι λάχανο! και ο Παπα-Ξενοφών θέλει να με οικονομήση!»
Είναι αλήθεια ότι δεν έχω ιδεί άλλον Ασκητή σε τέτοια ηλικία, ενενήντα τριών χρόνων, να έχη τέτοια μεγάλη αυταπάρνηση και να ζή σε τέτοια εγκατάλειψη με πνευματική λεβεντιά.
Ξαφνικά όμως έμαθα ότι αναπαύθηκε ο Γερο-Τρύφων. Πήγα αμέσως στο Καλύβι του και τον βρήκα σκεπασμένο πιά εκεί στη γωνία, την φωλιά του, όχι με τις κουρελιασμένες του κουβέρτες αλλά με δυο-τρία δοχεία χώμα, με το οποίο σκεπάζονται και οι άρχοντες του κόσμου, που σκεπάζονταν με μεταξωτές και βελουδένιες κουβέρτες.
Έφυγε για την άλλη ζωή ο Γερο-Τρύφων, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, το 1978, ετών ενενήντα τεσσάρων. Αγωνίστηκε λίγα χρόνια πολύ φιλότιμα και τώρα θα αναπαύεται αιώνια. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα.

Δεν θέλω να βλέπω ανθρώπους συχνά, διότι μου φεύγουν ο Χριστός και οι Άγγελοί μου (Μοναχός Τρύφων Καψαλιώτης, ο Ρουμάνος)
ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΡΥΦΩΝ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ († 1978): Μία ακόμη μεγάλη ασκητική μορφή του Αγίου Όρους, που έζησε σε μεγάλα μέτρα αρετής και αυταπάρνησης.
Τόν μοναχόν ατόν δέν ετυχήσαμε νά τόν γνωρίσουμε προσωπικά. Κατά τίς συχνές μας πισκέψεις στόν σκητή Γέροντα Παΐσιο, κατά πρτα νεανικά μας χρόνια, κούσαμε θαυμαστές στορίες καί σκητικά παλαίσματα γι᾿ ατόν τόν ραστή το Θεο.
Εχε κούσει γι᾿ ατόν μακαριστός τώρα Γέρο-Παΐσιος καί τόν εχε πισκεφθ. π᾿ ατόν λοιπόν μάθαμε κι μες γι τν σκητικ του ζω δ στν Ιερν Τπον τς Παρθνου Μαρας.
Θεωρήσαμε ναγκαο νά σημειώσουμε δ σα μς επε γι᾿ ατό τό πετεινό το ορανο Γερο-Παΐσιος γιά νά μή ρπαχθον τά τόσα ψυχωφελ σκητικά του κατορθώματα πό τήν μανία το πανδαμάτορος χρόνου καί ριφθον στήν βυσσο τς λήθης.
Γεννθηκε στν Ρουμανα. ρχς το αἰῶνος μας, λθε στ Αγιον Ορος, μαζ μ λλους συμπατριτες του. γκατεστθηκε στ κελλι τς Καψλας, τς ρημικς περιοχς πο κτενεται μεταξ τν Μονν Παντοκρτορος κα Σταυρονικτα. κε ζησε περ τ 40 χρνια, τελεως μνος του, δηλαδ χωρς συνοδεα κα τν βοθεια κποιου ποτακτικο. κοιμθη τ Δεκαπενταγουστο το 1978.
Ο Γρων Τρφων, συνχισε ν λγ π. Πασιος, εχε τελεαν γκατλειψι κα περιφρνησι πρς τν αυτ του. π 20 χρνια φοροσε μνο να ζωστικ, να ρσο, να σκοφο κα να παντελνι. Επλενε τ παντελνι, κα σκπαζε τν γυμντητ του μ τ ζωστικ του. Επλενε τ ζωστικ του κα μενε μ τ παντελνι.Οταν κανε πολ κρο βρεχε πολ, δν πλενε τ παντελνι του, διτι το δνατο σ λγες ρες ν στεγνσ. Ετσι τ φοροσε π μνες, παρτι μριζε π καθαρσα. Υπφερε μ Ἰώβειο πομον, λες τς στερσεις στν ζω του, γι τν πκτησι τν ορανων γαθν.
Στά τελευταα 20 χρνια του, τυφλθηκε σχεδν τελεως κα π τ δο του μτια. Δν δχθηκε μως ν γηροκομηθ κα ξυπηρετηθ π καμμα Καλβη Μοναστρι. Τ Καλυβκι του το κτισμνο μέ πλθους κα γι στγη εχε τσγκους. κε μσα ζοσε σν ξριστος μ χοντας σχσεις, γνωριμες κα συναντσεις μ λλους γιορετες Πατρες.
κε ζοσε τς ορνιες πισκψεις τν Αγων, κα ροφοσε σν τήν μλισσα τ μλι τς συχας κα τν ρετν. π 40 χρνια πλεψε μ τν σρκα, τν διβολο κα τ πθη του, κα ξλθε νικητς. Ο Χριστς τν χαρτωσε, το δωσε χαρσματα κα διατερα τ χρισμα τς προσευχς κα τς παθεας. Δν νοιζετο γι τποτα, παρ μνο πς ν πολαμβν τν μετ το Θεο πικοινωνα. π τν στγη μπαιναν νερ, διτι εχαν σαπσει ο τσγκοι. Δν φρντισε μως ποτ ν τος ντικαταστσ, διτι ν ορανος εχε τν νον κα τ πολτευμα.
Πολλς φορς μακαριστς π. Πασιος, το πρτεινε ν το φτιξ τν στγη του. Μλιστα κποτε τν ρτησε:
-Πο κοιμσαι ελογημνε, ταν ρχεται κακοκαιρα κα βροχς;
ν πειρζει βροχ τν γρο-Τρφωνα. Οταν στάζ π τν μι πλευρ, κοιμμαι π τν λλη. Δν χρειζεται ν μο φτιξς τποτα. Καλ εναι τσι. Αχ, λλομον μου, στν Οραν φρντισα ν φτιξω τν Καλβη μου;
Δπλα κα ξω π τ Καλυβκι του, εχε νοξει να λκκο γι ν μαζεύῃ κε τ βρχινα νερ. Οπτε π. Πασιος, τν ρτησε μαν μρα:
ρο-Τρφων θ πσς καμμι μρα μσα σ᾿ ατ τ πηγδι, ταν πς ν βγλς νερ, φ᾿ σον δν βλπεις καλ. Αν πσς μσα, μετ ποις θ σ βγλ;
-Ο Θες δν φνει τν Τρφωνα ν πσ στ πηγδι. Αν πέσω μσα, θ μ βγλ ξω Θες.
Εχε παραδσει τελεως τν ζων του στ χρια το Θεο. Δν τν πασχολοσε τποτα τ πγειο. Συνεχς μνημνευε τν θνατο, τ βάσανα τς κολσεως, τν Κρση το Θεο. Ολα ατ το πορροφοσαν τν νον κα τν καρδι κα το φερναν πολλ δκρυα στ μτια του.
Ο παπ-Ξενοφν, Ρουμνος σκητς γετονς του, πολλς φορς τν παρακαλοσε, ν λθ στ κελλ του ν μνουν μαζ γι ν τν βοηθσ. κενος μως το παντοσε:
-Ο Γρο-Τρφων, παπ-Ξενοφν, φησε γονες, δλφια πατρδα, συγγενες, φλους, φησε τν κσμο κα γινε Μοναχς. Ολα ατ τ φησε για ν τν οκονομσ παπ-Ξενοφν, Θες; Οχι, Τρφων δν δχεται οκονομες. Θ μεν στ Κελλ του μχρι τν θνατν του.
-Μπορ ν ρχωμαι ν σ βλπω; Ν σο φρνω ψωμ, λις, χρτα βραστ κα παξιμδι;
ρχεσαι, χι γι πολλ ρα. Λγο κα μετ ν φεγς. Μα φορ στς δο βδομδες ν ρχεσαι. Δν θλω ν βλπω νθρπους συχν, διτι μο φεγουν Χριστς κα ο Αγγελο μου.
Ο π. Πασιος τν ρτησε:
-Όταν δν ρχεται παπ-Ξενοφν ν σο φρ λγο φαγητ, ττε σ τί τργεις;
-γ εμαι προβατνα. Τργω χρτα. Σκβω κτω κα τργω.
Εχε τση ταπενωσι κα περιφρνησι στ σμα του, σν ν μιλοσε γι κποιου λλου τ σμα κα τν ζω.
Η διλειπτη προσευχ τν νεββαζε σ δυσθερητα ψη. Τ πρσωπ του ποτ δν το τ διο. Πντοτε δχετο λλοισεις κα προσετθετο Χρις πνω στν Χρι.
πειδ φθασε στν μακαρα πθεια, ζοσε πλον σν μικρ παιδκι, χωρς πονηρα κα πολυπραγμοσνη. Απλτης στν μιλα του, πλτης στ περπτημ του, στν συμπεριφορ του, σ᾿ λη τν διαγωγ του.
Οταν κποια φορ, λγ ργασας στ κπο του, φνηκε μρος το σματς του, μριμνος κουβντιαζε μ τν π. Πασιο, χωρς ν ντραπ. Οτε σκφθηκε τι θ μποροσε ν σκανδαλσ τν λλον δελφ. Σκπασε τν γυμντητ του φυσιολογικ, σαν ν μ συνβαινε τποτε..
από το βιβλίο: «Αγιορείτες Ρουμάνοι Μοναχοί» -Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου