Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Παύλος μοναχός Λαυριώτης, ιατρός χειρουργός (1885-1980)

Ο γέρων Παύλος, ο Γιατρός, αποτέλεσε κόσμημα της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας. Συνέχισε την παράδοση να έχει η Λαύρα τον δικό της συμμοναστή γιατρό και ήταν διάδοχος μιας άλλης μεγάλης προσωπικότητας της προηγηθείσης γενιάς, του περίφημου γιατρού και συγγραφέα Αθανασίου Καμπάναου.
Η καταγωγή του ήταν ανατολίτικη. Το κοσμικό του όνομα Παυλίδης Παύλος του Ιορδάνου εκ Θεοδωρουπόλεως Πόντου (Σαφράμπολι).
Γεννήθηκε το 1884, προσήλθε στη Λαύρα το 1925, η κουρά του έγινε το 1926 και κοιμήθηκε το 1980, σε ηλικία 96 χρονών.
Η εγκύκλιος μόρφωσίς του στη δοξασμένη και αγιοτόκο Καισάρεια. Η φοιτητική ζωή του στους πανεπιστημιακούς κύκλους των Αθηνών, απ' όπου αναχωρεί πτυχιούχος γιατρός για μετεκπαίδευση και ειδίκευση στην χειρουργική, στο Παρίσι και στην Λειψία, με ειδική υποτροφία του τουρκικού κράτους, ως αριστούχος. Μετά την ειδίκευσή του στην χειρουργική, ασκεί την ιατρική στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Προύσα.
Το 1914 υπηρετούσε ως γιατρός και αξιωματικός στον τουρκικό στρατό, από τον οποίο, ευρισκόμενος στην Ισμαηλία, αυτομόλησε, υπακούοντας στις καταγωγικές του συνειδησιακές παρορμήσεις, και με ρούχα ασήμου χωρικού πέρασε προς το Σουέζ, προς τους κατέχοντες τότε την Αίγυπτο άγγλους. Ομάδα Ινδών φρουρών τον πολυβολούσε αδιάκοπα, αλλά καμμιά σφαίρα δεν τον άγγιξε, επειδή η Θεία Χάρις τον θωράκιζε -έτσι συνήθιζε να ερμηνεύει την σωτηρία του, όταν αναφέρονταν στο περιστατικό.
Κρατήθηκε όμως και ταλαιπωρήθηκε επί τρίμηνο στο Κάιρο, υπό αυστηρό περιορισμό, από τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, οι οποίες συνεχώς τον ανέκριναν, γιατί τον υποψιάστηκαν ως τούρκο κατάσκοπο. Τον απελευθέρωσαν όμως οι εκεί ελληνικές πρεσβευτικές αρχές. Ακολούθως του δόθηκε η ευκαιρία εργασίας σε ελληνικό νοσοκομείο του Καΐρου. Του ανετέθη μάλιστα η διεύθυνση του χειρουργικού τμήματος.
Η μικρασιατική εκστρατεία τον βρίσκει επαγγελματία γιατρό στην Προύσα. Εντάσσεται αμέσως στις τάξεις του ελληνικού στρατού και μετέχει σε όλες τις τύχες του ... Το 1922 καταφθάνει με ταλαιπωρία στην Θεσσαλονίκη, όπου εργάζεται σαν στρατιωτικός γιατρός επί διετία.
Το 1924 παραιτείται και εγκαθίσταται σαν γιατρός αρχικά στις Καρυές και ακολούθως με σύμβαση στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου. Το 1925 μετακομίζει, δοκιμάζεται και κείρεται μοναχός στη Μεγίστη Λαύρα, και το 1935 εκλέγεται μέλος της Γεροντίας των Προϊσταμένων.
Και σε ποιόν δεν αποδείχθηκε χρήσιμος σαν γιατρός στη Λαύρα, και προς τα πού του Όρους δεν έτρεξε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του και την επιστημονική βοήθεια; Κούτσαινε λίγο από ένα κάταγμα στο πόδι του. Δεν του συνέβη στους πολέμους, αλλά είχε αιτία την πτώση από μουλάρι, που ξιπάστηκε σε μια διαδρομή του προς την Προβάτα, πάλι για προσφορά βοηθείας σε πάσχοντα.
Αποφασιστικός και τολμηρός στις επεμβάσεις του, δεν δίστασε να προβεί σε ακρωτηριασμό άκρου ενός μοναχού, που ζούσε σε πολύ απομεμακρυσμένο μέρος, χρησιμοποιώντας ξυλουργικό πριόνι και ότι άλλο σχετικό βρέθηκε πλησίον του, βράζοντάς τα σε κοινό καζάνι για αποστείρωση, αφού τα δικά του χειρουργικά εργαλεία βρίσκονταν ώρες μακριά και κάθε καθυστέρηση θα συνεπάγετο θάνατο από την ακατάσχετη αιμορραγία του πολτοποιημένου μέλους.
Δεν μπορούσε σ' εκείνα τα προ του 1940 χρόνια να γίνεται λόγος για μεταφορές και μετακινήσεις ασθενών. Τα πόδια του καθενός ήταν τα μόνα μεταφορικά μέσα του Αγίου Όρους, εκτός κι αν σε ευνοούσε η τύχη και εύρισκες ήμερο μουλάρι. Ο ακρωτηριασμένος μοναχός, στα γεράματά του ευγνωμονούσε τον Γέροντα Παύλο, γιατί του έσωσε την ζωή και ευχαριστούσε τον Θεό που του έδωσε, όπως έλεγε, πίστωση χρόνου για μετάνοια και καλή προετοιμασία για τη μετάβασή του στην άλλη, την αιώνια ζωή.
       Ο Γέροντας Παύλος διέθετε άριστη γνώση της θεωρίας της βυζαντινής μουσικής, γι αυτό και πολλοί Γεροντάδες τον θερμοπαρακαλούσαν ν' αναλάβει την διδασκαλία της στα καλογέρια τους. Με ισχνή φωνή, αλλά εύηχο και μελωδικότατη, και επομένως ευχάριστη στην ακοή, αποτελούσε βασικό στέλεχος σειράς ικανών ψαλτών του δεξιού χορού του Καθολικού, που ακολουθούσαν την αυστηρή τάξη και παράδοση.
Όταν δεν κατείχε το στασίδι του ψάλτη, θα στεκόταν στο μόνιμα δικό του γεροντικό στασίδι. Και όταν δεν περιέστρεφε το κομποσχοίνι του, διαλογιζόμενος την ευχή του Ονόματος του Ιησού, θα είχε για ώρα στραμμένο το βλέμμα του προς την Ωραία Πύλη και το Βήμα ή θα το κάρφωνε σε καμμιά τοιχογραφία. Και μόλις κάποιο πνευματικό ερέθισμα συνέπαιρνε και κατακυρίευε το νου και την ψυχή του, βιαστικά έβγαζε από την τσέπη του το Φάμπερ μολυβάκι του και χαρτάκια για να κρατήσει σημείωση. Και ύστερα, μετά το σχόλασμα της ακολουθίας, με ησυχία και άνεση στο δωμάτιό του θα αναπολούσε, θα μελετούσε με μεγάλη προσοχή και θα βίωνε εντελώς προσωπικά και ιδιαίτερα τα θεία νοήματα των ιερών αναγνωσμάτων ή των ύμνων, δίνοντας έτσι μια δική του συνέχεια, ποιος ξέρει για πόσες ακόμη ώρες, στις προσευχές της κοινής του Καθολικού ακολουθίας.
Και όταν πια συνετελείτο και τούτος της ψυχής του ο χορτασμός, τότε θα έπιανε τον παλαιού τύπου κονδυλοφόρο και θα βουτούσε την πέννα του στο μελανοδοχείο για να γράψει-καταχωρήσει τις σκέψεις, τις εντυπώσεις του και τους φιλόθεους συλλογισμούς του σε κόλλες αναφοράς. Και μόλις έκλεινε ο χρόνος, τις βιβλιοδετούσε ο ίδιος σε τόμο ογκώδη, που τον πρόσθετε στους των προηγουμένων ετών, γράφοντας στηνδερμάτινη ράχη του: ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 19.. Και ήταν οι τόμοι του, πέρα από το καλλιγραφημένο κείμενό τους, γεμάτοι από ωραία επίτιτλα γράμματα, από σκίτσα παραστατικά και από καλλιτεχνικές ιχνογραφίες, όλα απτά τεκμήρια των χαρισμάτων και ικανοτήτων του και στους τομείς αυτούς.
Έφεση και αδυναμία του ήταν να καλλιγραφεί ρητά της Αγίας Γραφής, γνωμικά αρχαίων ελλήνων κλασσικών και αποφθέγματα αγίων Πατέρων, και να τα κορνιζώνει επιμελέστατα. Και τα έδειχνε όλα με ευχαρίστηση και προθυμία σε όσους τον επισκέπτονταν στο αρχονταρίκι-σαλονάκι του διαμερίσματός του. Ήταν χαρά και απόλαυση να συζητάς με τον Γέροντα Παύλο μέσα στο «βασίλειό» του, που τους τοίχους καταλάμβαναν ντουλάπες κατάμεστες με πατερικά και ιατρικά βιβλία, ελληνικά και ξενόγλωσσα, και της επιστήμης του περιοδικά, που τουστελναν για ενημέρωση φίλοι, συνάδελφοι και θαυμαστές του.
Σε κάποιες άλλες μπορούσες να δεις προσεκτικά ταξινομημένη ποικιλία φαρμάκων. Και κάπου πιο πέρα και διακριτικώτερα κλεισμένο, ένα φοβερό σύνολο από νυστέρια και άλλα εργαλεία, που την ονομασία και την χρήση τους μόνο αυτός γνώριζε, ενώ εσύ προσευχόσουν στον Θεό «αχρείαστα νάναι».
Το πρόσωπο και την κάτισχνη απ' τη νηστεία μορφή του μπορούσες άριστα να την παραβάλεις με τις τοιχογραφίες των οσίων του Καθολικού ή της Τραπέζης της Λαύρας και να αισθανθείς μυστική χαρά για την ομοίωσή της.
Ζώνες, σχήματα, πολυσταύρια και κομποσχοίνες τριακοσάρες κοντά στο απέριττο κρεββάτι του, το γνώριμο και συνηθισμένο για καλογερική κάβια σκηνικό του, δείγματα της συμβολικής και πνευματικής πανοπλίας του ΓεροΠαύλου.
Όταν, μετά την εν Κυρίω κοίμησή του σε ηλικία 96 ετών (την πρωτοχρονιά του 1980), μετακομίσθηκαν οι βιβλιοθήκες του για να ενσωματωθούν στην κοινή της Μονής, όπως συνηθίζεται, πίσω από μια βρέθηκε επιμελώς κρυμμένο, από μετριοφροσύνη, το κορνιζαρισμένο αυθεντικό-πρωτότυπο πτυχίο του, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Παρισίων, δηλωτικού και της ειδικότητός του ως χειρουργού.
Οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου Γράμματα και Άρματα στον Άθωνα


Μοναχός Παύλος Λαυριώτης (1885 - 1 Ιανουαρίου 1980)
Ο Λαυριώτης Γέροντας Παύλος Παυλίδης ήταν ιατρός χειρουργός. Γεννήθηκε στη Σαφράπολη-Θεοδωρούπολη του Πόντου το 1885. 
Προσήλθε στην ιερά μονή Μεγίστης Λαύρας το 1925 κι εκάρη μοναχός το επόμενο έτος. 
Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην αγιοτρόφο Καισά­ρεια της Καππαδοκίας. Τις σπουδές του τελείωσε στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Ειδικεύθηκε στο Παρίσι και τη Λειψία με υποτροφία του τουρ­κικού κράτους ως αριστούχος. Εργάσθηκε ως ιατρός στην Κωνσταντι­νούπολη και την Προύσα και μάλιστα και ως αξιωματικός στον τουρκι­κό στρατό, απ’ όπου θαυμαστά δραπέτευσε το 1917. 
Το 1922 βρίσκεται στις τάξεις του ελληνικού στρατού. Νυμφεύθηκε, αλλά πρόωρα έμεινε χήρος. Ταλαιπωρημένος φθάνει στη Θεσσαλονίκη, κατόπιν στις Καρυές, στη μονή Βατοπεδίου και τέλος στη Μεγίστη Λαύρα. Το 1937 έγινε Γέροντας και το 1945 προϊστάμενος.
Γράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του τού 1948: «Εν τη αγωνία της εν Προύση μαρτυρικής εκείνης ζωής, κατελήφθη η Μικρασία υπό του ελληνικού στρατού, εν τω οποίω μόλις μετά έτος εδέησε να ονομασθώ έφεδρος ανθυπίατρος εις την Εσκί-Σεχίρ X μεραρχίαν βαρέ­ων οβιδοβόλων. Αλλά και τούτο διεδέχθη η επαίσχυντος εκκένωσις της Ανατολής, νύκτα δε διήλθομεν διά Προύσης, εγκαταλείπων εκεί πλουσίαν βιβλιοθήκην, ιατρικήν εγκατάστασιν, και πολύτιμά μοι εργόχειρα και γραπτά, και ως Ιώβ, πάντων μεν γυμνωθείς αλλά και τη αγάπη εκείνου τιμηθείς.
Σήμερον, 5 Μαΐου, ήκουσα τον Εσπερινόν του Πολυάθλου, εορτάζοντος αύριον. Εκ Θεσσαλονίκης επεσκέφθην, χάριν περισυλλογής και προς εγγυτέραν γνωριμίαν αυτό το Άγιον Όρος. Υπεδέχθην εις Θάσον τους πρόσφυγας γονείς και αδελφούς μου, και επί δύο έτη προσελήφθην ιατρός της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Ηγάπησα εκ κράσεως την ησυχίαν, την ειρήνην και την ευσέβειαν του Αγίου Όρους και απεφάσισα την μοναχικήν κουράν. Αλλ’ επέπρωτο να κοινοβιάσω εις Λαύραν διά λόγους, νομίζω πάλιν, θείας νεύσεως. Ανερχόμενός ποτε την μαρμάρινην κλίμακα και παρά τη θύρα της θαυματουργού Θεοτόκου Παραμυθίας μονονουχί ακούω ψιθυρισμούς εις τα ώτα της ψυχής “Εις Λαύραν … Λαύραν”! Και ούτως εν μυστική και παραδόξω συνεννοήσει μετά του μακαρίτου Γέροντος Σπυρίδωνος Καμπανάου, του Λαυριώτου ιατρού, εγενόμην τέλος μοναχός Λαυριώτης, καρείς τοιούτος μετά εξάμηνον τη 22α Μαρτίου 1926, Σάββατον προς Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως».
Μέσα από κινδύνους και πολλές δυσκολίες γίνεται ο ιατρός όλου του Αγίου Όρους. Τρέχει παντού όπου τον καλούν να συνδράμει τους πονεμένους αδελφούς του. Βοήθησε κι έσωσε πολλούς. Ο βίος του ταπεινός, ασκητικός, σιωπηλός, καλογερικός. Φιλακόλουθος, φιλόπονος, μελετη­ρός, προσεκτικός. Ήταν παρά την ισχνή φωνή του καλός ψάλτης και βαθύς γνώστης της βυζαντινής μουσικής. Ο θεοφιλέστατος Ροδοστόλου Χρυσόστομος αφιερώνει στα έργα του πολλούς καλούς λόγους για τον Γέροντα Παύλο: «Το πρόσωπο και την κάτισχνη απ’ την νηστεία μορφή του μπορούσες ως άριστα να την παραβάλεις με τις τοιχογραφίες των οσίων του Καθολικού ή της Τραπέζης της Λαύρας και να αισθανθείς μυστική χαρά για την ομοίωσί της … Ζώνες, σχήματα, πολυσταύρια και κομποσχοίνες τριακοσάρες κοντά στ’ απέριττο κρεββάτι του, το γνώριμο και συνηθισμένο για καλογερική κάβια σκηνικό του, δείγματα της συμβολικής και πνευματικής πανοπλίας του Γερο-Παύλου. Για μας ήταν ξεχωριστή καταξίωσις να συχνάζουμε στο δωμάτιό του και να απολαμβάνουμε την συντροφιά του, να δεχόμαστε τις συμβουλές και τις ευχές του …».
Ο λογοτέχνης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος μεταξύ άλλων γράφει περί αυτού: «Είναι κοντός, λιγνός, φαλακρός, με άσπρο, αραιό και διχα­λωτό γένι. Παρακολουθεί τις ακολουθίες με κατάνυξη, ξεκουκίζει το κομποσκοίνι του, συλλογίζεται, διαβάζει και γράφει, καλόγερος από το 1925. Τα χειρόγραφά του έχουν ξεπεράσει τους εκατόν πενήντα τό­μους. Αποσπάσματα από τους τόμους αυτούς έχει τυπώσει σε τεύχη».
Ο κοσμογυρισμένος ιατρός, ο ευπροσήγορος μοναχός, ο φιλόθεος Γέροντας ανεπαύθη εν Κυρίω την 1.1.1980, μνήμη του ουρανοφάντορος Βασιλείου του Μεγάλου, του ιατρού και πολύσοφου αγίου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παύλου Λαυριώτου μοναχού, Αυτοβιογραφίας δεύτερα μεσαία επιτομή, Άγιον Όρος 1963, σσ. 15-16. Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Το Περιβόλι της Παναγίας. Αγιορείτικα και άλλα οδοιπορικά, Αθήνα δ.χ., σσ. 92-94. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Γράμματα και άρματα στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 108-114.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 983-985



Παύλος μοναχός Λαυριώτης, Αυτοβιογραφίας τρίτη και τελευταία επιτομή


Παύλος μοναχός Λαυριώτης, 
ο ιατρός (1885-1980)
(Φωτογραφία: Άγγελος Σεραϊδάρης, 1935)
Παύλος μον. Λαυριώτης, 
Αυτοβιογραφίας τρίτη 
και τελευταία επιτομή
Άγιον Όρος 1962

Πηγή: Αγιορειτική Βιβλιοθήκη
Παύλος μοναχός Λαυριώτης 
ο ιατρός (1885-1980)
(Φωτογραφία: 1941)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου