Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Κωνστάντιος μοναχός Αγιοπαυλίτης (1883 - 1973)

Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Κυριακός Αντωνίου Μοσχονάς στο χωριό Χαυδάτα της Κεφαλλονιάς τον Ιανουάριο του 1883. Η αρετή του φάνηκε από νωρίς. Καθυστέρησε την προς μονασμό αναχώρησή του, για ν’ αναθρέψει και μεγαλώσει τα πέντε ορφανά μικρά παιδιά του αδελφού του. Ένα από αυτά έγινε αργότερα μοναχός στη μονή του Αγίου Παύλου, ο Γεώργιος (†1998). Στρατεύθηκε και υπηρέτησε την πατρίδα στον μικρασιατικό πόλεμο.
Όταν μεγάλωσαν τ’ ανίψια του, προσήλθε στη μονή Αγίου Παύλου το 1925. Εκάρη μοναχός το 1927. Ο ηγούμενος της μονής Σεραφείμ (†1960) τον πίεζε να ιερωθεί, αλλά εκείνος επίμονα αρνιόταν, γιατί, λέει, είχε πάει στον πόλεμο, είχε πιάσει όπλο και μπορεί να σκότωσε κανέναν… Επρόκειτο περί λίαν εναρέτου Γέροντος. Ήταν κατά γενική ομολογία ένας εξαϋλωμένος μοναχός. Επί έτη ήταν διακονητής στην αμπελικιά του Αγίου Σπυρίδωνος. Κάποτε έχασε το φως του. Δεν θέ­λησε να πάει έξω στους ιατρούς. Μετά την κουρά του δεν βγήκε ποτέ στον κόσμο. Πήγε στην εικόνα της Παναγίας. Γονάτισε ευλαβικά. «Εσύ, Παναγία μου», είπε, «είσαι η εγγυήτρια, η ιατρός, η έφορος, η προστάτις των μοναχών, βοήθησέ με»… Έκλαιγε επί πολύ και προσευχόταν θερμά. Αποκοιμήθηκε γονατιστός μπροστά στην εικόνα κλαίγοντας. Ξύπνησε κι έβλεπε πεντακάθαρα. Μέχρι τον θάνατό του δεν φόρεσε ούτε γυαλιά ποτέ. Δόξασε τον Θεό και τη θαυματουργή Αθωνίτισσα Θεοτόκο. Συνδεόταν πνευματικά με τον ομότροπο του π. Γεράσιμο (†1972). Όταν τον πληροφόρησαν ότι ανεπαύθη, ατάραχος και γαλήνι­ος είπε: «Ήταν ώριμο το σύκο κι έπεσε στην αγκαλιά του Θεού».
Ανεπαύθη ο μακάριος στις 21.12.1973 στη μονή της μετανοίας του.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Πληροφορίες μας έδωσε ο Γέροντας Νι­κόδημος Αγιοπαυλίτης, τον οποίο ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ. 883, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

γερω-Κωνστάντιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης
Ὁ γερω-Κωνστάντιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης, πρὶν γίνει μοναχός, ἦταν στρατιώτης καὶ ἔλαβε μέρος στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς. Βρέθηκε κυκλωμένος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Μπροστὰ στὸν κίνδυνο ἐπικάλεστηκε τὴν Παναγία νὰ τὸν σώσει μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ γίνει καλόγερος. Σὰν νὰ τυφλώθηκαν, δὲν τὸν εἶδαν γλίτωσε καί, ὅταν ἀπολύθηκε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του στὴν Κεφαλλονιά, εἶπε στὴν μητέρα του γιὰ τὸ τάμα. Ἐκείνη ἦταν εὐλαβὴς καὶ τὸν παρώτρυνε νὰ μὴν ἀναβάλει νὰ ἐκπληρώσει τὸ τάμα. Τότε ὅμως ἐκοιμήθη ὁ ἀδελφός του καὶ ἔμειναν ὀρρφανὰ τὰ παιδιά του. Ἀνέλαβε τὴν προστασία τους ὁ λαϊκὸς τότε Κυριᾶκος. Ὅταν ἐνηλικιώθηκαν, τότε ἔγινε μοναχός.
Ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔγινε μοναχός, καὶ εἶχε σὲ μεγάλη εὐλάβεια τὴν Παναγία. Ἀγωνιζόταν μὲ ζῆλο, πρόκοψε καὶ ἔφθασε σὲ μέτρα ἀπαθείας. Κρίνοντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἔλεγε: -Ὅποιος βλέπε στὶς ἐφημερίδες φωτογραφίες γυναικῶν καὶ σκανδαλίζεται, εἶναι τελείως πόρνος. Τοῦ φαινόταν παράξενο, πῶς μερικοὶ διαβάζουν ἐφημερίδα καὶ σκανδαλίζονται. Γιὰ νὰ κατανοήσει ὅμως ὅτι αὐτὸ εἶναι δῶρο Θεοῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς μία φορὰ νὰ πειρασθῆ καθ’ ὕπνον καὶ ξύπνησε τρομαγμένος. Ἀπὸ τότε ἔγινε πιὸ ταπεινός. Ἔλεγε ὅτι τὴν ἀπάθεια τὴν ἀπέκτησε ἀπὸ τὴν ὑπακοή.
Εἶχε μεγάλη ξενητεία. Ποτὲ στὴν ζωή του δὲν πῆγε στοῦ Διονυσίου νὰ προσκυνήσει, παρόλο ποὺ οἱ πατέρες ἀνταλλάσσουν ἐπισκέψεις, γιατὶ ἔχουν καλὲς σχέσεις τὰ δύο Μοναστήρια. Τὸν ῥωτοῦσαν: -Καλά, δὲν πᾶς ποτὲ νὰ προσκυνήσεις τὸν Τίμιο Πρόδρομο; -Μά, καὶ δῶ δὲν ἔχουμε Πρόδρομο;, ἀπαντοῦσε.
Ἔκανε ἑπτὰ χρόνια κοναξῆς στὶς Καρυές. Στῶν Ἰβήρων δὲν πῆγε ποτὲ νὰ προσκυνήσει τὴν Παναγία τὴν Πορταΐτισσα, ἂν καὶ εἶχε πολλὴ εὐλάβεια στὴν Παναγία. Ὅσες φορὲς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας, συγκινεῖτο μέχρι δακρύων. Τὸν ῥωτοῦσαν: -Καλά, δὲν πῆγες νὰ προσκυνήσεις τὴν Πορταΐτισσα; -Ἀφοῦ προσκύνησα στὸ Ἄξιόν Ἐστί, ἔλεγε.
Ἦταν πολὺ μελετηρός. Διάβαζε πολὺ καὶ ἤξερε ἀπ’ ἔξω πολλὰ κείμενα. Γιὰ ἕνα διάστημα ἔμενε στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Τὴν ἡμέρα ἔσκαβε τὸ ἀμπέλι καὶ τὴν νύχτα διάβαζε μὲ τὴν λάμπα, ἀλλὰ τότε ἦταν Κατοχή, ἐβαζαν ἀκάθαρτο πετρέλαιο καὶ μέσα ἔβαζαν καὶ ἁλάτι γιὰ νὰ μὴν βγάζει μαυρίλες. Ἔτσι πονοῦσαν τὰ μάτια του καὶ λιγόστεψε τὸ φῶς του. Εἶπε στὸν Ἡγούμενο Σεραφείμ, νὰ τὸν στείλει στὸν γιατρό, ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησε: -Γιατρὸς ἐδῶ εἶναι ἡ Παναγία. Πήγαινε νὰ κάνεις κομποσχοίνι.
Ἔκανε πολλὴ προσευχή, κλαίγοντας καὶ παρακαλώντας τὴν Παναγία νὰ μὴν τυφλωθῆ. Ὁπότε μία νύχτα βλέπει στὸν ὕπνο του ὅτι βρισκόταν σὲ ἕνα μέρος στὴν πατρίδα του ποὺ λεγόταν Ἀρχάγγελος, καὶ συνάντησε μία γυναῖκα ἡλικιωμένη μὲ ἕνα κοριτσάκι στὴν ἀγκαλιά της. Ἦταν ἡ Ἁγία Ἄννα καὶ εἶχε τὴν Παναγία στὴν ἀγκαλιά της. Λέει ἡ Παναγία:
-Μαμά, γιατί κλαίει αὐτὸ τὸ γεροντάκι;
-Κλαίει, γιατὶ κοντεύει νὰ χάσει τὸ φῶς του. Ἀλλὰ πάρε αὐτὸ τὸ μπουκαλάκι καὶ βάλε του σταγόνες στὰ μάτια του.
Καὶ μόλις τοῦ ἔβαλε τὶς σταγόνες, ξύπνησε καί, ὅλως παραδόξως, ἔβλεπε καλὰ μέχρι τὴν ἡλικία τῶν 95 ἐτῶν ποὺ ἐκοιμήθη.
Ἄλλη φορά, ὅταν ἔμενε στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, τελείωσε τὸ λάδι καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Δοχειάρη, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν τοῦ ἔδωσε. Πῆγε ὁ γερω-Κωνστάντιος στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα, προσευχήθηκε στενοχωρημένος καὶ ὁ Ἅγιος ἀνέλαβε νὰ τακτοποιήσει τὸ θέμα. Τὴν νύχτα ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε στὸν Δοχειάρη ἀγριεμένος, ἐνῶ ἐκοιμᾶτο, καὶ τοῦ εἶπε: -Γιατί δὲν δίνεις λίγο λάδι στὸν γερω-Κωνστάντιο γιὰ νὰ μοῦ ἀνάβει τὸ καντήλι; Δὲν μπορῶ νὰ τὸ βλέπω σβηστό. Τρομαγμένος ξύπνησε καὶ πῆγε μόνος του τὸ λάδι ζητώντας συγχώρεση ἀπὸ τὸν γερω-Κωνστάντιο.
Στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, θεραπεύτηκε καὶ ἕνας δαιμονισμένος καλόγερος μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἁγίου. Τὸ δαιμόνιο φώναζε ὅτι τὸν καίει ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, καὶ βγαίνοντας ἀπὸ τὸν καλόγερο ἔπεσε σὲ μία στέρνα τὸ δαιμόνιο καὶ τὸ νερὸ πετάχτηκε ἔξω σὰν νὰ ἔγινε ἔκρηξη.
Κάποτε, τὴν Πρωτοχρονιά, ποὺ δίνονται στοὺς πατέρες τὰ διακονήματα, τοῦ ἔδωσαν καὶ αὐτοῦ κάποιο διακόνημα. Εἶπε: -Νἆναι εὐλογημένο. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο τὸν ξαναφώναξαν καὶ τοῦ ἄλλαξαν τὸ διακόνημα. Ἀπάντησε ἀτάραχος: -Νἆναι εὐλογημένο.Ἔπειτα, χρειάσθηκε πάλι νὰ τοῦ ἀλλάξουν τὸ διακόνημα καὶ αὐτὸ ἔγινε 7 φορὲς σὲ ἕναν χρόνο. Οἱ προϊστάμενοι τὸν θαύμασαν γιὰ τὴν ὑπακοή του. Τὸν ῥώτησαν τί σκεφτόταν, καὶ ἀπάντησε: -Εἶπα στὸν διάβολο· βρὲ διάβολε, θὲς νὰ μὲ σκάσεις; Θὰ σὲ σκάσω ἐγώ!
Εἶχε τὸ τυπικὸ τῆς ἀλουσίας. Οἱ κουβέρτες του εἶχαν πιάσει λίγδα.
Κάποτε, παρεξηγήθηκε μὲ κάποιον ἀδελφό. Ξεκίνησε θυμωμένος νὰ τὸν βρῆ ἔξω στὸ κάθισμα ποὺ ἔμενε. Στὸν δρόμο σκέφθηκε: -Στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας εἶμαι. Τί πάω νὰ κάνω; Παναγία μου, συγχώρεσέ με. Ἔκλαψε καὶ γύρισε πίσω.
Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ γερω-Κωνστάντιος πλήρης ἡμερῶν καὶ ἀρετῶν εὐωδίασε τὸ λείψανό του. Γέμισε τὸ κελλί του μὲ εὐωδία ποὺ τὴν αἰσθάνθηκαν οἱ πατέρες.
http://periagiouorous.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου